♠ T∂Ṩ҉ Ṩ ♠'s profileT@SOS!!!PhotosBlogListsMore Tools Help

Blog


    December 29

    «Γ.Σκαρίμπας»

     
     

    << Σκαρίμπας Γιάννης >>

    skarib2

    Γεννήθηκε το 1893 στις 28 Σεπτεμβρίου, στην Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος από τον Ευθύμιο Σκαρίμπα και την Ανδρομάχη Σκαρτσίλα.

    Το 1984 πεθαίνει σε ηλικία 91 χρόνων, στις 21 Ιανουαρίου, και κηδεύεται με δημοτική δαπάνη στην αγαπημένη του πόλη, τη Χαλκίδα, στο λόφο του Καράμπαμπα.

    Χωρίς αμφιβολία ο Γιάννης Σκαρίμπας υπήρξε μια πολυδιάστατη φυσιογνωμία των Ελληνικών Γραμμάτων αφού ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα είδη του γραφτού λόγου (διήγημα, νουβέλα, ποίηση, μυθιστόρημα, ιστορικό δοκίμιο, θέατρο, Καραγκιόζη, σχολιογραφία κ.λ.π.) Και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του συνόλου των κριτικών και των μελετητών του στη χώρα μας, σφράγισε με την παρουσία του την ελληνική ηθογραφία, για να συνεχίσει αργότερα σε άλλους χώρους που δεν είχαν καμιά σχέση με τον παραδοσιακό τρόπο γραφής.

    Προικισμένος με μια υπερτροφική φαντασία και σπάνια λογοτεχνική ενόραση είχε τη δυνατότητα να κινείται με άνεση στους χώρους που προαναφέραμε χρησιμοποιώντας το δικό του τρόπο γραφής που τον καθιέρωσε από την πρώτη του παρουσία στα Ελληνικά Γράμματα.

    Η πρώτη του εμφάνιση πραγματοποιήθηκε στα 1929, περίοδο που η Λογοτεχνία μας περνούσε κρίση καθώς οι συγγραφείς εκείνου του καιρού (Καρκαβίτσας, Θεοτόκης, Χατζόπουλος κ.ά.) μέσα από το χώρο της ηθογραφίας, επαναλάμβαναν σχεδόν ο ένας τον άλλο, χωρίς να προσθέτουν τίποτα καινούριο, πράγμα που η κριτική είχε επισημάνει από την αρχή. Τότε ο Σκαρίμπας με το διήγημα του «Καπετάν Σουρμελής ο Στουραϊτης» που παρέδωσε στην κρίση των μελών της Κριτικής Επιτροπής (μεγάλα ονόματα τότε στη Λογ/νία μας: Φώτης Κόντογλου, Λεων. Κουκούλας, Κωστής Μπαστιάς κ.ά.) του περιοδικού «Νεοελληνικά Γράμματα», απέσπασε ομόφωνα το πρώτο βραβείο του Διαγωνισμού για «το πρωτότυπο ύφος του, την εκρηκτική του γλώσσα και τις πλούσιες εικόνες του που μοιάζουν με λαϊκές ζωγραφιές». Έτσι καθιερώθηκε από την πρώτη του κιόλας εμφάνιση σαν συγγραφέας με δικό του προσωπικό ύφος, το περίφημο «α-λα-Σκαρίμπα» ύφος, όπως το αποκάλεσε τότε ο Κόντογλου αλλά και άλλοι μετέπειτα μελετητές του.

    Μα ο Σκαρίμπας πνεύμα ανήσυχο και δημιουργικό με φαντασία αχαλίνωτη θα προχωρήσει τρία (3) χρόνια αργότερα (1932) στην έκδοση ενός καινούριου βιβλίου του («το θείο τραγί») και στα 1935 ενός άλλου βιβλίου του (ο «Μαριάμπας») του ίδιου με το προηγούμενο style. Και στα δυο αυτά βιβλία, όλα έρχονται τα πάνω - κάτω: Το γράψιμο γίνεται πιο άτσαλο, πιο αναρχικό. Το πραγματικό μπλέκεται με το φανταστικό, το κωμικό με το δραματικό. Και για πρώτη φορά το παράλογο θα κάμει την εμφάνισή του στη Λογοτεχνία μας. Αυτό θα φανεί πιο έντονα και στο πρώτο θεατρικό έργο του Σκαρίμπα τον «ήχο του κώδωνος» που παίχτηκε στη Χαλκίδα στα 1942 και πριν ακόμα ο Ιονέσκο -που θεωρείται ο πατέρας του παράλογου θεάτρου- παρουσιάσει (στα1948) το έργο του «Η φαλακρή τραγουδίστρια». Συνεχίζουμε εδώ την απαρίθμηση και άλλων έργων του Σκαρίμπα: Το Βατερλό δυο γελοίων, η Μαθητευόμενη των τακουνιών, σπαζοκεφαλιές στον ουρανό, τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα, όλα γραμμένα στο ίδιο παράλογο ύφος που προαναφέραμε, με την παρουσία ενός νέου κεντρικού προσώπου στα έργα αυτά του Οικτιήρωα, στη θέση του κλασικού ήρωα. Εδώ πλέον οι άνθρωποι που περιγράφονται είναι όλοι αντικοινωνικοί, ζουν μακριά από την κοινωνία και την οικογένεια, άνθρωποι περιθωριακοί θα λέγαμε που στη συμπεριφορά και στη δράση τους καθρεφτίζεται η άσχημη πλευρά της ζωής.

    Ο Σκαρίμπας παράλληλα με τον πεζό λόγο ασχολήθηκε και με την ποίηση που παρά τις ακροβασίες που έκανε στο στίχο και στη φόρμα της διατήρησε τη μουσικότητά της. Δεν ήταν κοινωνική ή πολιτική η μορφή της Σκαριμπικής ποίησης. Ήταν απλώς τραγούδι. Ελεγειακό ή ερωτικό είχε αυτό το περίφημο «α-λα-Σκαρίμπα» ύφος. Πολλά από τα ποιήματα του Σκαρίμπα μελοποιήθηκαν από αξιόλογους συνθέτες (Γ. Σπανός, Σαρ. Κασάρας, Χρ. Λεοντής, Ασημος κ.ά.) και κυκλοφόρησαν σε δίσκους.

    Ιδιαίτερο πάθος και αγάπη έτρεφε ο Σκαρίμπας για τον Καραγκιόζη που τον θεωρούσε το γνησιότερο είδος λαϊκού θεάτρου αφού μέσα απ' αυτόν εκφράζονταν τα όνειρα κι οι καημοί του λαού κι ακόμα γιατί οι ρίζες του βυζαίνουν στην αρχαία μας παράδοση. Έγραφε σχετικά με το θέμα αυτό σε κάποιο βιβλίο του: «Τούτος ο ξυπόλυτος έρχεται ντρίτα από τα μυστήρια: τα ορφικά, τα ελευσίνια, τα διονύσια, όπως ο άνθρωπος έρχεται ντρίτα από τη μόδα. Ντεμοντέ είναι μόνον οι νεκροί, ενώ και η καρδιά του Έθνους δεν χτυπάει στα νάιτ-κλαμπ ούτε στα σαλονειακά κουκουβαγεία της Αθήνας».

    Έπαιζε κι ο ίδιος Καραγκιόζη στο ταρατσάκι του σπιτιού του στον Καράμπαμπα, επιτρέποντας την είσοδο μόνον στις λαϊκές γυναίκες της γειτονιάς με εξαίρεση της έγκυες, γιατί όπως έλεγε «υπήρχε ο κίνδυνος να αποβάλλουν από τα πολλά γέλια». Για τους πιτσιρικάδες το εισιτήριο ήταν ενάμισι! αυγό... Είχε κατασκευάσει και δικής τους έμπνευσης φιγούρες, τον «Κόντε Ρεπανάκια» και «Διαμάντω» που ξεχώριζαν για το ιδιόρρυθμο style της κατασκευής τους.

    Αργότερα και στις αρχές της δεκαετίας του 60, όταν τα ρεύματα της μοντέρνας ζωγραφικής (εξπρεσιονισμός κ.ά.) έκαναν δυναμικά την παρουσία τους στη χώρα μας, ο Σκαρίμπας επηρεασμένος ίσως από τη στενή φιλία του με το Φώτη Κόντογλου αλλά και από την ίδια του την έφεση για τα εικαστικά, θα κατασκευάσει από τα πιο ευτελή και άχρηστα υλικά τις περίφημες φιγούρες του Καραγκιόζη, σπουδές πιο πολύ στην εικαστική πρωτοπορία εκείνου του καιρού, παρά εργαλείο για την τελετή παράστασης Καραγκιόζη επάνω στο πανί.

    Ο Σκαρίμπας έγραψε και θεατρικά έργα με κορυφαίο τον «Ήχο του κώδωνος» και άλλα στο ίδιο ύφος του παράλογου όπως: το «Σεβαλιέ Σερβάν της κυρίας», την «Κυρία του τραίνου», τον «πάτερ Συνέσιο», τα «Καγκουρώ», το «σημείο του σταυρού» κ.ά.

     

    Σημαντική ήταν η προσφορά του Σκαρίμπα και στην ιστορία που όπως πίστευε δεν έδιδε την πραγματική εικόνα του εθνικού μας βίου κομμένη και ραμμένη όπως ήταν στα μέτρα των εκάστοτε κατεστημένων από τους εκπροσώπους τους, Παπαρηγόπουλο, Κόκκινο, Μαρκεζίνη, «σφουγκοκωλάριους» και «σπαζομεσίτες» όπως τους αποκαλούσε. Έτσι ύστερα από πολύχρονες προσπάθειες και θυσίες κατόρθωσε να συγκεντρώσει πολύτιμα στοιχεία και να γράψει το πολυσυζητημένο τρίτομο έργο του, το «Εικοσιένα και η αλήθεια» που προκάλεσε αληθινό σάλο η έκδοσή του καθώς μέσα από τις σελίδες του ο Σκαρίμπας απομυθοποιεί πρόσωπα και γεγονότα δίνοντας τις αληθινές διαστάσεις στην εποποιία του 21. Δε γράφει βέβαια ιστορία -με τη σωστή έννοια του όρου- στο τρίτομο αυτό έργο του ο Σκαρίμπας. Ανοιξε όμως διαδρόμους μέσα από τους οποίους οι ιστορικοί του μέλλοντος θα πορευτούν για ν' ανακαλύψουν την κρυμμένη στα βαθιά σκοτάδια και τη σκόνη των Κρατικών Αρχείων την αληθινή ιστορία του τόπου μας, που ως τότε ήταν τροφή των ποντικών, της υγρασίας των υπογείων.

    Στις αγαπημένες ενασχολήσεις του Σκαρίμπα εντάσσεται κι η Σχολιογραφία. Με το οξύ, ευθύβολο, σαρκαστικό και μαχητικό του πνεύμα θα βάλει προς κάθε ύποπτη κατεύθυνση όπου δειλοί και «κατεστημένοι» της πολιτικής και του πνεύματος, εθνικοί μειοδότες και προσκυνημένοι της εξουσίας και των ξένων «προστατών» μας θα δέχονται συνεχώς τα πυρά του και ο βρώμικος ρόλος τους θα αποκαλύπτεται συνεχώς. Σε μερικές ωστόσο περιπτώσεις το πάντα ανήσυχο, μαχητικό και ετοιμοπόλεμο πνεύμα του θα μεταλλάζει σε καλοκάγαθη σάτυρα φωτίζοντας μερικές πλευρές της καθημερινής ζωής.

    Σπουδαία ήταν η συμμετοχή του Σκαρίμπα και στην αντιπολεμική Λογοτεχνία. Με τα περίφημα βιβλία του «Περίπολος Ζ» και «φυγή προς τα εμπρός» (προσωπικές του εμπειρίες από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο) γραμμένα στο γνωστό παράλογο ύφος του εντάσσονται στο πλευρό και των άλλων κορυφαίων της χώρας μας:

    • Του Στρατή Μυριβήλη με τη «Ζωή εν τάφω»
    • Του Ηλία Βενέζη με το «Νούμερο»
      Του Στρατή Δούκα με την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου»
    • Του Ζήση Σκάρου με τις «Κλούβες»

    Αμείλικτο κατηγορώ εναντίον του πολέμου και ύμνο-θούριο στην ειρήνη θεωρούν οι ειδικοί τα δύο αντιπολεμικά βιβλία του Σκαρίμπα που παραπάνω αναφέραμε. Ο Σκαρίμπας έχει απασχολήσει και αρκετά συχνά απασχολεί τα Μ.Μ.Ε. της χώρας μας και πολλών ξένων χωρών (Β.Β.C του Λονδίνου, Ντόιτσε Βέλε, Μόσχα, Σουηδία κ.ά.). Ενώ μια σειρά εκδοτικοί οίκοι στη χώρα μας (Ζαχαρόπουλος, Σύγχρονη Εποχή, Κάκτος, Νεφέλη κ.ά.) συχνά εκδίδουν τα έργα του, ενδεικτικό του ενδιαφέροντος ενός μεγάλου αναγνωστικού κοινού.

    Ο μπαρμπα-Γιάννης πολιτογραφήθηκε μέσα μας σαν μια συνείδηση, τόσο εθνική όσο και λαϊκή. Ήταν ένας απέραντος ποταμός σοφίας -λαϊκής σοφίας-, γνώσης, σπουδής, πάθους για τη γυμνή αλήθεια και αγωνιστικότητα. Είτε θυμόσοφος, είτε οργισμένος, είτε είρωνας σαρκαστής ο Γιάννης Σκαρίμπας ήταν η φωνή του καθένας μας. Του άγνωστου Έλληνα που δεν είχε ποτέ φωνή, που δεν έμαθε παρά όσα του δίδαξαν και κάποτε το κατάλαβε και εξεγέρθηκε μετρώντας μια-μια τις τύψεις της κυρίαρχης τάξης, της κυρίαρχης ιδεολογίας, της κυρίαρχης «ιστορίας», της κυρίαρχης αρλουλοπολογίας, που ποτέ τους δεν μπόρεσαν να τον κοιτάξουν κατάματα και να τον αντιμετωπίσουν «στα ίσια». Στοχαστής μοναδικός και φύση ανήσυχη δεν μπόρεσε ποτέ του να βολευτεί με τη συμβατικότητα. Έμεινε απροσκύνητος, μέχρι τα στερνά του και πάντα οπλισμένος με το δραστικό λόγο του που δεν «χάριζε κάστανα» χωρίς ποτέ του να θεωρεί ότι είναι σπουδαίος.

    Comments (5)

    Please wait...
    Sorry, the comment you entered is too long. Please shorten it.
    You didn't enter anything. Please try again.
    Sorry, we can't add your comment right now. Please try again later.
    To add a comment, you need permission from your parent. Ask for permission
    Your parent has turned off comments.
    Sorry, we can't delete your comment right now. Please try again later.
    You've exceeded the maximum number of comments that can be left in one day. Please try again in 24 hours.
    Your account has had the ability to leave comments disabled because our systems indicate that you may be spamming other users. If you believe that your account has been disabled in error please contact Windows Live support.
    Complete the security check below to finish leaving your comment.
    The characters you type in the security check must match the characters in the picture or audio.

    To add a comment, sign in with your Windows Live ID (if you use Hotmail, Messenger, or Xbox LIVE, you have a Windows Live ID). Sign in


    Don't have a Windows Live ID? Sign up


               Σπασμένο Καράβι

    Σπασμένο καράβι να 'μαι πέρα βαθειά
    έτσι να 'μαι
    με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
    να κοιμάμαι

    Να 'ν' αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
    γύρω-γύρω
    με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί
    που θα γείρω

    Να 'ν' η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
    έτσι να 'ναι
    και τα βράχια κατάπληχτα και τ' αστέρια μακριά
    να κοιτάνε

    Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
    δίχως χάρη
    κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
    το φεγγάρι

    Έτσι να 'μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
    έτσι να 'μαι
    σ' αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
    να κοιμάμαι

     

     

    Jan. 1

     

     

    Φαντασία

     

    Nάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί
    προς έναν δρόμο φειδωτό που σβει στα χάη,
    και σένα του καπέλλου σου βαμμένη φανταιζί
    κάποια κορδέλλα του, τρελλά να χαιρετάει.

    Kαι νάν’ σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά
    γι’ άστρα τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων,
    κι’ αυτός ο άνεμος τρελλά, –τρελλά να μας σκουντά
    όλο προς τη γραμμή των οριζόντων.

    Kι’ όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός
    για ένα –με γυάλινα πανιά– πλοίο που πάει
    όλο βαθειά, όλο βαθειά, όσο που πέφτει εκτός :
    όξ’ απ’ τον κύκλο των νερών –στα χάη.

    Kι’ όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί
    πέρ’ από τόπους και καιρούς έως ότου –φως μου–
    –καθώς τρελλά θα χαιρετάει κείν’ η κορδέλλα η φανταιζί,–
    βγούμε απ’ την τρικυμία αυτού του κόσμου…

     

     

    Jan. 1

     

     

           Χορός συρτός

    Κάλλιο χορευταράς νά' μουνα πέρι
    κόλλες που να κρατώ και μολυβάκια~
    θά' σερνα συρτό χορό, χέρι με χέρι,
    μ' όλα μας του γιαλού τα καραβάκια.

    Κι έν' αψηλό τραγούδι για σιρόκους
    θ' άρχιζα, γι' αφροπούλια και για ένα
    γλαρό καράβι με πανιά και κόντρα φλόκους,
    που θά' ρχονταν να μ' έπαιρνε και μένα.

    Με χώρις Καρυωτάκη, Πολυδούρη,
    μόνο να τραγουδάν τριγύρω οι κάβοι,
    κι οι πένες μου πενιές σ' ένα σαντούρι,
    άσπρα πανιά σου οι κόλλες μου, καράβι!

    Γιαλό-γιαλό να φεύγουμε και άντε!
    να λέμε όλο για μάτια, όλο για μάτια,
    κι εκεί -λες κομφετί μες στο λεβάντε-
    όλα μου τα γραφτά χίλια κομμάτια!

    Και, σαν χτισμένη εκεί από κιμωλία,
    βαθιά να χάνεται η Χαλκίδα πέρα,
    μ' όλα μου ανοιγμένα τα βιβλία,
    καθώς μπουλούκι γλάροι στον αέρα...

     

     

    Jan. 1
     
     
             ΟΥΛΟΙ ΜΑΖΙ ΚΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ

     

    Ούλοι μαζί κι ο ερωτάς ήσαν πράγματα πολύ αμφίβολα, απίθανα. Παραλίγο να μην ήσαν καθόλου.

    Ενώ αυτός ήταν ένας άνθρωπος καλότατος, μιά ψυχή προζύμι. Είναι βέβαιο.

    Έβλεπε όνειρα κωμικά και ωραία–ήσυχα σαν στη γυάλα νεράκι, ενώ αυτούνου, πάντα η σκέψη του εγελούσε...

    Κουφός –και μουγκός– καθώς ήταν, έβλεπε ούλα τα πράγματα –τους ανθρώπους, τ' αντικείμενα– σαν στο βάθος μιας σκηνής τοποθετημένα, να παίζουν το καθένα το ρόλο του, κάτι ρόλους κωμικούς φασουλήστικους, έτσι να κάνουν το καθένα τις δουλειές του, κάτι δουλειές δίχως νόημα –δίχως φωνή– και χωρίς σκέψη.

    Ούλα τα πράγματα (στην ίδια σειρά) δίχως όνομα –οι ανθρώποι, τα ζώα, τα πράγματα– δίχως άλλο γνώρισμα πάρεξ μόνο το σχήμα και (προς απόκου) το βάρος τους, ήσαν τόσο κοινά και γελοία μπροστά του –τόσο κατώτερα– που έφτανε ως και να τα λυπάται στην ψυχή του, ως και να παίζει ακόμα, έφτανε, με την ακυβερνησία τους, με την ευπιστία που είχανε, μ' αυτήν την κυριαρχία που αυτός μπορούσε και εξασκούσε απάνω τους, κάνοντας από μακριά να σταματάνε οι άνθρωποι (ή τα ζώα) χωρίς αυτός διόλου να τ' αγγίξει μπορώντας να τους αλλάξει ακόμα και το δρόμο τους –δεξιά αριστερά όπως ήθελε– να τους κάνει νάρχονται απάνω του.

    Τί μαγική δύναμη που στην είχε! Και τόξερε. Τόξερε ότι της φύσης ήταν αυτός προνομιούχος κ' ευνοούμενος, ο «άνθρωπος-θαύμα !» – κατά που λέμε...

    Έκρουε τα χέρια του ή φύσαε με τη μύτη κ' οι άλλοι ταράζονταν, ανησυχούσαν, κοίταζαν ξωπίσω τους, στέκονταν.

    Τα μάτια τους, τα χείλη τους κινιώσαν. Χειρονομούσαν μπροστά του, μη μπορώντας να μαντέψουν τη σκέψη του, μη ξέροντας τί έπρεπε να κάμουν, έτσι αμήχανοι, κουτοί, αξιολύπητοι κι αστείοι.

    Χα, χα, τί ωραία !...

    Τα τραίνα, τα κάρρα τούς τάραζαν, τους έκαναν να σκεπάζουν με τις απαλάμες τους τ' αφτιά τους. Η αστραπή τούς χαντάκωνε –ενώ γι' αυτόν ούλα αυτά– ήσαν όμορφα και διάβαιναν σαν ζουγραφιές λαφριά κι ανάηχα, χωρίς κακία, χωρίς θορύβους, χωρίς βάρος.

    Αυτοί, τί διάλο επάθαιναν και λάκαγαν ; Τί κάθε τόσο ανοιγόκλειναν το στόμα;

    Τα χέρια τους, τα χέρια αυτά τα πολύτιμα, τα δάχτυλα που με δαύτα αυτός θα μπόραε να παραστήσει ούλα τα πράγματα, το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο, το πιο σκληρό ως το πιο τρυφερότερο, απ' το χνούδι του δαμάσκηνου ως του βάτραχου το μούδιασμα, τα λουλούδια και τη θάλασσα, τ' άστρα και το φεγγάρι, αυτοί –ώ αυτοί– τ' άφιναν να κρέμονται άπραγα σαν ξύλα.

    Σαν ξύλα ορέ τα δάχτυλα, ενώ απ' την άλλη μεριά σκοτώνονταν να συνεννοηθούνε μεταξύ τους, να μπουν στην έννοια των πραγμάτων, να μεταδώσουν τις γνώμες τους στους άλλους.

    Υπολείπονταν τόσο, που λιγάκι ακόμα και θα τους έπαιρνε αντάμα του το τίποτα. Δεν θάσαν – δε θα ύπαρχαν.

    Δούλευαν τα χείλη τους –επί ώρες ολόκληρες– σαν νάταν δυνατό να παραστήσουν μ' αυτά το δαχτυλίδι, το ψάρι, το άρωμα, να δώσουν την ιδέα του σωστού ή του λειψού, του καλού ή του κακού, του πόθου ή του έρωτα, την ίδια την υφή προσώπων, των αντικείμενων, το σχήμα, ή την καρικατούρα του Προέδρου.

    Ως φαίνεσται κάποιο ελάττωμα θάχε το κακόμοιρο μυαλό τους και δεν ένιωθαν τ' ήταν μπορούμενο και πρέπο, πώς να βρουν το ντόρο της σωτηρίας τους, πώς να μπουν στο απλούστατο νόημα του βίου.

    Μα ήσαν για γέλια.

    Έχοντας χωρίς άλλο μεγάλη ατέλεια του νου έκαναν κάτι πράματα κωμικά και ακατανόητα.

    Γρατσουνάγαν κάτι κούφια ξύλα με χορδές, ξεμαγουλιάζονταν φυσώντας σε χωνιά με κάτι τρύπες ! Παίζανε τα δάχτυλα, κρούανε τα χέρια. Θεέ μου, κάτι πράματα! Σιγά σιγά τρεμολυγιόντουσαν στις θέσεις τους. Σπασμοί και γκριμάτσες τους παραμόρφωναν τα μούτρα τους !

    Τότες –Θεέ μου τί αστένεια– κάποια τρέλλα, σαν μανία τους ασήκωνε. Πιάνονταν ούλοι μαζί χέρι με χέρι και γυρνόφερναν στον τόπο. Ξέφρενοι γίνονταν και μάνιαζαν. Ανοιγόκλειναν –σα να ξεψύχαγαν– τα στόματα και γλάρωναν τα μάτια. Πήδαγαν σαν να πατούσαν ξυπόλυτοι στα κάρβουνα, χτύπαγαν με το χέρι τους τις φτέρνες. Τί λύπη! Τί λύπη!

    Μη έχοντας όμως άλλον όμοιον του, είχε κι αυτός έναν φίλο από δαύτους.

    Κι αυτόν –όπως όλους τους– τον τρώγανε τ' αφτιά του.

    Έσγουβαν στ' αυτί του και κουνούσαν πα σε δαύτο τις χειλάρες τους. Τον έβλεπες τότε να θωρεί ομπρός του, να γελάει. Τί να γίνονταν μέσα του; Κρίμα!

    Τέτοιον μουρλόν, σκαρταδιασμένον κι αυτόν, αξιολύπητον, τον έκανε παρέα. Κι ας τ' άρεσε να τον πειράζει. Ποιός; Ένας μουρλός!

    Πάντα και την ίδια ιστορία τ' αρχινούσε.

    Κούναε τα χείλη του, ίδρωνε να του παραστήσει τις ιδέες. Έπαιρνε το μολύβι και όλο του τάγραφε. Πάνω στο στράτσο τού τα σκέδιαζε, με χαρακιές και παραστάσες... Βλέπεις τα δάχτυλα τάχε για ομορφιά! Και δόστου νάχει:

    Έκανε ένα σπιτάκι πρώτα, με μπαλκονάκι και σκαλίτσα. Μιά πορτίτσα πάνω, μιά πορτίτσα κάτω. Έπειτα από δυό παραθυράκια δεξά κι αριστερά στην κάθε μιά. Έκανε ένα δεντράκι, κι απ' όξω έκανε μιά κόρη –τόση δα– τάχα πως στέκει στην πορτίτσα.

    Έτσι αυτός το γνώριζε ευτύς. Ήταν το σπίτι τού παπά και η κόρη του –τάχατες– στην πόρτα.

    Τότες αυτός καταλάβαινε κ' έφευγε. Γρήγορα γρήγορα πάγαινε. Και καθώς πάγαινε σκεφτόταν.

    Σκέφτονταν ούλη μέρα ως που νύχτωνε κι ως που έπεφτε για ύπνο· σκέφτονταν ακόμα.

    Με τα μάτια ανοιχτά στο σκοτάδι, τάβλεπε ούλα ομπρός του, το σπιτάκι, την σκαλίτσα, την κόρη.

    Έτσι μικροσκοπικά όπως του τα παράσταινε στο χαρτί με το μολύβι ο φίλος του, έτσι τοσαδούτσικα ούλα, μικρουλάκια, νινίστικα, κουκλίσια.

    Τάβλεπε!

    Δίχως άλλη αποδείξη της ύπαρξης τους εξόν απ' την ανάμνηση, χωρίς φωνή, μ' ελαττωμένο –στην συνείδησή του– το βάρος των πραγμάτων, ήσαν αυτά ούλα βουβά κι αλαφρά κ' επίπεδα, σαν οι φωτογραφίες και το ψέμα. Σχεδόν σαν ένα τίποτα...

    Η σκέψη του φαιδρή –δίχως την αίστηση του κρότου– ανύποπτη, παιγνιδιάρα και απλή, ενεργούσε ελεύτερα μέσα σε κόσμον άφωνο, πολύ ευχάριστον να πούμε.

    Και σκέφτονταν.

    Νάταν κι αυτός ελαττωματικός –μουρλός– σαν τον άλλον, τον φίλο του, τί καλά που θα 'ρχόντουσαν. Άχ τί καλά.

    Να θ' ανέβαινε.

    Πατώντας κι αυτός στα νύχια (!) –όπως έκανε κι ο φίλος του– σκαλί το σκαλί θ' ανέβαινε τη σκαλίτσα, σκαλάκι το σκαλάκι θα κατέβαινε και κείνη. Ώ εκείνη!

    Κι όταν θα φτάναν ο ένας απέναντι στον άλλον, πρόσωπο με πρόσωπο –ψυχή μου!– έχοντας κι αυτός τα χέρια του χωμένα μες στις τσέπες του, θάνοιγε και θάκλεινε το στόμα του.

    Τρεις φορές, χάμ χάμ χάμ ίσον : σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ. Κ' ευτύς άλλες τρεις, χάμ χάμ χάμ. Κι άλλες τρεις κι άλλες τρεις. Όποιος καθήσει με γκαβούς θα γκαβίσει. Μπορεί νάταν μάγια. Όμως αυτός θα μπόραε το «σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ», να της τόδινε, με τη μαεστρία των δακτυλώ του θεία φχιαγμένο... Αχ, τί νάκανε; Να πήγαινε;

    Ποιός ξέρει.

    Μπορεί, ανοιγοκλείνοντας το στόμα του να πείθονταν αυτή – ώωω ήταν βέβαιο! Έτσι κι ο φίλος του δε θάκανε;

    Μηγάρις τα μωρά δεν ξεγελιούνται με κουμπιά και με γυαλάκια; Μηδά με μιά φούσκα αηβασιλιάτικη δεν κάνεις τους πιτσιρίκους να πηδάνε;

    Αυτό θάκανε. Κι ας με τα δάχτυλα του αυτός θα μπόραε να της διατυπώσει σαν μπούρμπουλας τους πόθους του να τους της κάμει αραχνοΰφαντους σαν κείνους της Ίσιδας τους πέπλους. Μόνο;

    Να της παραστήσει τις γαρδένιες, τους ανέμους και την πάχνη. Τις πεταλούδες που ασηκώθηκαν ούλες μαζί ένα βράδυ απ' τα γεράνια. Την ψιχάλα που λάμπει στον αέρα όταν σκάζει το κύμα. Την χρυσόσκονη που αφήνει η πεταλούδα πα στα τζάμια. Τις τριχούλες που κατσαρώνουν στ' αφάλι του ροϊδιού.

    Μα τί, αυτή έτσι, δεν θα πείθονταν. Τόξερε.

    Θα τον φασκέλωνε –όπως πάντα– και θα τον έφτυνε κι απέ θάφευγε λιγωμένη στα γελάκια...

    Ενώ έτσι, χάμ χάμ χάμ, τί θα μπόραε να κάμει; Ορίστε; Τίποτα.

    Ελκυσμένη, μαγεμένη, ανάστατη θαρχόταν καταπάνω του.

    Θα της βάφονταν κόκκινα τα μαγουλά της, θα λάμπαν και τα μάτια της σαν άστρα.

    Ένα ένα τα σκαλάκια θα κατέβαινε, δυό-δυό θα τ' ανέβαινε και δαύτος.

    Κι όταν θα φτάναν –πρόσωπο με πρόσωπο– θ' ανοιγόκλεινε κι αυτή το στόμα της – ποιός ξέρει τί θέλοντας ακριβώς να παραστήσει. Ακριβώς, όπως ίσως, έκανε στον φίλο του. Χάμ χάμ χάμ, τρεις φορές. Κ' ευτύς άλλες τρεις. Κι άλλες τρεις.

    Τότε αυτός θα την αγκάλιαζε! Θα την έσφιγγε περίποθα στα μπράτσα του. Θάχωνε το χέρι του στον κόρφο της. Στο σβέρκο θα τη δάγκωνε ! Χα, χα τί ωραία !...

     

    Κ' έτσι έκαμε!

    Μα –παράξενο πράμα– αυτή δεν πείστηκε.

    Τον φασκέλωσε –όπως έκανε πάντα– και τον έφτυσε κι απέ έφυγε λιγωμένη μες στα γέλια!

    Κι αυτός τότε κατάλαβε.

    Γρήγορα γρήγορα πάγαινε. Και καθώς πάγαινε σκεφτόταν.

    Σκεφτόταν ούλη μέρα ως που νύχτωσε κι ως που έπεσε για ύπνο. Μα πού ύπνος.

    Με τα μάτια ανοιχτά στο σκοτάδι τάβλεπε ούλα ομπρός του, το σπιτάκι, την σκαλίτσα και την κόρη.

    Έτσι μικροσκοπικά, ως του τα σκέδιασε, σε κείνο το χαρτάκι, ο χάμ χάμ χάμας. Τοσαδούτσικα, ούλα μικρουλάκια, κουκλίστικα. Κ' επίπεδα, σαν φωτογραφίες και σαν ψέματα. Σκεδόν σαν ένα τίποτα...

     

     

    Jan. 1
     
     
                    ΜΙΑ ΜΑΧΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΑΡΘΗΚΕ

     

    Είχε μιά χαρά μες στην καρδιά του.

    Τα σπίτια, οι δρόμοι, ούλα τού χαμογέλαγαν μες σ' εκείνο το περίγλυκο βραδάκι κι ως παγαίνοντας χώθηκε στα καλντερίμια, το πρόσωπο του –εκείνο το σεβάσμιο– πήρε αγάλι την ίδια παπαγαλίστικη κοψά πούπερνε πάντα σαν κρυφές χαρές τού κρούαν την καρδιά του.

    Τότες χαμογέλαε μονάχος του. Πορπατούσε και χαίρονταν.

    Ταχτοποιούσε τις ιδέες του κατά τη σειρά τής πάσα αξίας· κατά πώς παραδεχόμαστε –κ' είμαστε βέβαιοι– πως το οχτώ νικάει τα εφτά και το εφτά το έξη. Έτσι.

    Και τώρα έτσι.

    Χαμογέλαε. Μιά κρυφή χαρά, μιά έννοια γλυκιά ήταν που τούκρουε λαφρά τη θύρα, και γλυκιές αποθυμιές τ' αέριζε μέσα του και πόθους.

    Κι άρχισε πάλι να τα βάζει σε τάξη ούλα τα πράματα, τις ιδέες του, τις γνώμες.

    Πρώτα πρώτα τη Χριστίνα.

    Αυτή πάνω από ούλα τα περιστατικά και τα πρεπούμενα –τ' άψυχα και τα ζωντανά– κυριαρχούσε απόλυτα με τα δυό φρύδια όπως ήταν, με τα χείλη της κοφτά όπως όλων των ανθρώπων.

    Από κοντά τα άλλα.

    Που ένα πρωί –μιαν αυγούλα– την ξεμπαρκάρισε απ' το βαπόρι. Που την ασήκωσε στην αγκαλιά του και την κάθισε στη βάρκα του σαν κούκλα. Τίκ-τάκ, έκανε η καρδούλα της – θυμόταν.

    Ήταν τόσο αλαφρούλα και γλυκιά –τόσο αθώα– έτσι καθώς του παραδόθηκε στα μπράτσα του με πίστη.

    Μιά μοσκοβολιά απ' το χνώτο της του χύθηκε μέσα του, του αναστάτωσε τις σκέψεις. Και καθώς έλαμνε τα κουπιά, αντίκρυα της, την κοίταε. Θεέ μου πόσο ανάερο –πόσο αχνό– πούταν το πρόσωπό της. Πόσο όμορφη πούταν η σκρόφα.

    Έτσι, τόνα κατόπι τ' άλλου σα σε καμμιά επίσκεψη, τούρχονταν και καθόντουσαν και τ' άλλα με την τάξη.

    Ο καφενές που κάθισαν οι δυό τους κ' ήπιαν καφεδάκια. Το ξενοδοχείον «Η Ωραία Ελλάς» όπου την πήγε αυτός για κάμαρη. Το μπαουλάκι που της κουβάλησε ο λούστρος. Και οι πενήντα δραχμές που του ζήτηξε με το πρώτο δανεικές –κι αγύριστες– η κόφτρα.

    Κι αυτός της φέρθηκε –και της φέρνονταν ακόμα– σαν πατέρας.

    Γιατί; Μυστήριο!

    Μυστήριο μωρέ, ενώ τόσοι άλλοι, και πιο γεροντότεροι απ' αυτόνε, είχαν μπει αμέσως στο προκείμενο, της έσκαζαν δεξά κι αριστερά το παραμύθι. Δαύτα ο μπάρμπα Σπύρος συλλοΐζονταν.

    Κι από κοντά το βραδάκι –το ίδιο– που αυτός τη συνόδεψε στο καφέ αμάν, στη μπυραρία.

    Σαν την είδε να χορεύει στο πάλκο με τόση τσαχπινιά και μαργιολιά –η σείστρα– γλυκογλαρώνοντας τα μάτια της, δείχνοντας στον κόσμο το βρακί της, αυτός έκαμε το θάμα του. Ποιός να του τόλεγε!

    Παν τα δανεικά του σκέφτηκε, πάν τα βαρκαδιάτικα, πάει το τάλαρο πόσκασε στο λούστρο.

    ...Όμως χαλάλι. Ένας γλυκός πειρασμός, μιά ολπίδα έρχονταν σαν κλέφτης μέσα του και όλο τούλεγε πως δεν πειράζει.

    Ίσα, ίσα. Μιά κ' ήταν αυτηνής της διαγωγής αυτή η Χριστίνα, κι αυτός άλλο που δεν ήθελε... Και πλήρωσε και τ' άλλα.

    Έτσι μιά χαρά μπήκαν σε μιά χρυσή τάξη όλα τα πράγματα του, προχώραγαν οι ιδέες του, και μόνο σαν έφτανε κι αυτός στο... παραμύθι σταματούσε.

    Πάνω σ' αυτό ακριβώς τραμπαλίζονταν η τάξη του, μπερδευόντουσαν τα πράγματα, το οχτώ δεν νίκαε το εφτά και το εφτά δεν νίκαε το έξη. Δεν πάει νάχε δυό τα φρύδια της, και από πέντε δάχτυλα στα χέρια της. Δεν πάει νάχε τα χείλη της κοφτά – κατά πώς όλων των ανθρώπων. Τίκ-τάκ, έκανε η καρδούλα της, για να κυκλοφορεί της το αίμα.

    Κι ο μπαρμπα-Σπύρος τώρα εθύμωνε, τάβανε με τα ρούχα του, τον βάραινε η στεναχώρια στην καρδιά του.

    Έτσι τούρχονταν να τάστερνε στον αγύριστο μαζί με τις εκατοπενήντα τση – που τον έβαλε στο χέρι.

    Όμως γιατί του παρίστανε την πάπια; Κι αυτός, τί νάκανε; Πώς σε περικαλώ να ξέχναε εκείνη την πεντοβολάδα της ανάσας της, που μύρωσε το πρόσωπό του, σαν την κατέβασε στη βάρκα; Εκείνο μωρέ τ' αναπάντεχο αγκάλιασμα της, που τ' ανακάτεψε τα αίματα καθώς αυτή γαντζώθηκε σαν περιστέρα στο κορμί του; Ορίστε;

    Ας εξέταζε λοιπόν καλύτερα τα πράγματα με ψυχραιμία και με τάξη. Και καθώς με το τρέξιμο των νοημάτων του, είχε ταχύνει και το βήμα του, σταμάτησε. Σιγά, ας μη βιάζονταν... Σιγά – ας μη βιάζομαι, έκαμε φωναχτά, με –τώρα– «διασταδόν» τα δυό του πόδια.

    Λοιπόν, πρώτα-πρώτα αυτή:

    Κάτι μεταξύ πουλιού και σχέδιου πάντας ήταν το προφίλ της Χριστίνας, με τα χείλη της σαν ψαλιδιά, με τη μύτη της σαν ράμφος. Πάνω σε καμβά λες ήταν κεντημένη η αφιλότιμη... Και σαν μιά φυσαλίδα αιμάτου, ήταν το στόμα της.

    Την έβλεπες ξιπασμένη, ψυχρή, ακατάδεχτη, να πηγαίνει ανάερη, ποζάτη, και ξωπίσω της –κουρνιαχτός κι αντάρα– να την ακαλουθάν όλα τα πράγματα, όσα είχαν σκέση μ' αυτήνα: Το βαπόρι, τ' αγκάλιασμα, το μπαουλάκι, ο λούστρος, και το παραμύθι κειό – μαθές ο ίδιος...

    Κ' ενώ τόσο χαρούμενος είχε κινήσει για τ' αυτήνα, η φάτσα του, ως να διαβεί το γκαλντερίμι, είχε πάρει μιά γλυκιά κοψά παπαγάλισα.

    Τα πράγματα δεν ήσαν τόσο απλά, όσο τα νόμιζε.

    Τόξερε καλά πως αυτήν τη μάχη θα την έδινε μονάχος του, χωρίς κανένα τη βοήθεια, δίχως –εξόν απ' το Θεό– άλλον συνδρομητή του...

    Πώς θα της τόφερνε;  Κι από κοντά τί θα γινόταν;

    Άχ νάταν τρόπος νάχαν μιλιά να τον ορμήνευαν τα πράγματα να τούδιναν μιά γνώμη τα κοτρώνια...

    Τα σπίτια, οι δρόμοι, τον θώραγαν περίσκεφτα, δίχως μιλιά, δίχως ανάσα.

    Τέτοιος, αμφίβολος, δισταχτικός, αναποφάσιστος της έκρουσε την πόρτα.

    Αυτή, η Χριστίνα, που του χρώσταε, που αυτός της πλήρωσε τον μάγερα, που της είχε δώσει μετρητά (νάσανε κι άλλα) ήρτε και τ' άνοιξε. (Άχ, μερικές γυναίκες, πώς ανοίγουνε!).

    Ήταν η ίδια αυτή –όπως πάντα– με τα πέντε της δάχτυλα στα χέρια της και με την κυκλοφορία του αίματός της.

    Τον καλωσόρισε, τούδωσε καρέκλα, του πρόσφερε τσιγάρο.

    Κι απέ τούπε γελαστά καθώς ξανάσκυψε στο μπαουλάκι της, ταχτοποιώντας τα πράγματά της.

    — Ξέρεις μπαρμπα-Σπύρο, καλά πούρθες και σ' έθελα. Τα μάτια του άστραψαν.

    — Αύριο πρωί φεύγω για τ' Αργοστόλι κ' ήθελα να με μπαρκάρεις καϋμένε.

    — Να σε μπαρκάρω; έκαμ' αυτός σαν χαζός.

    — Ναί. Είχα τηλεγράφημα να πάου αμέσως. Δουλειά εξασφαλισμένη, σίγουρη, για όλο το καλοκαίρι.

    — Δουλειά έ;

    — Άχ μπαρμπα-Σπύρο, δεν ξέρεις πόσο λυπάμαι που φεύγω. Πόσο μ' άρεσε το μέρος σας.

    — Σ' άρεσε!...

    — Τί θα πει. Κόσμος καλός, ήσυχος. Έχουμε λοιπόν μπάρμπα 60 για την κάμαρη, 30 στον μάγερα, γίνουνται 90, 5 του λούστρου, 50 μετρητές, τα βαρκαδιάτικα τα δικά σου, ούλα μαζί 150. Φτάνουνε 200; Να 250. Νάσαι καλά. Σ' ευχαριστώ. Με προστάτεψες. Ο Θεός να σε φυλάει, να σου δίνει ό,τι αγαπάς και υγεία...

    Και καθώς τάλεγε, ορθώθηκε λυγερή ομπρός του. Στη μορφή της την λεπτή ρχόνταν και φεύγαν οι ωραίες της εκφράσεις.

    Άνοιξε την τζάντα της και του τα μέτρησε στο χέρι. Δραχμές 250. Κι αυτός τα πήρε κ' έφυγε.

    Πήρε το δρόμο προς τα πάνω. Μιά διάχυτη λύπη στην ατμόσφαιρα, έκανε τα σπίτια και τα φώτα όλα περίσκεφτα.

    Κι αυτός αιστάνονταν μέσα του ένα κενό να τον βαραίνει...

     

    Εκεί στην ταβέρνα του Φριντζελά, πήρεν η όψη του την παπαγαλίστικη κοψά πούπερνε πάντα.

    Κι όσο έπινε, τόσο αχτινοβόλαε το μούτρο του, τόσο δούλευε μέσα του γλυκά Ο ρυθμός τούτου του κόσμου.

    Τώρα είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του, έβαζε στοίχημα...

    Ήταν γενναίος αυτός, αποφασιστικός ήταν, αμετάπειστος...

    Θα πάγαινε στην βάρκα του, θα ξάπλωνε, θα σύχαζε.

    Κι όταν το ρολόι τ' Ανικόλα θα σήμαινε τις δυό, αυτός θα εγείρονταν.

    Και ήξερε.

    Θάκρουε λαφρά κ' η πόρτα θάνοιγε κι αυτός θάμπαινε.

    Εκεί –ο ένας ανάντι του άλλου– πρόσωπο με πρόσωπο, θάδινε τη μάχη του, θα της έσκαζε κι αυτός το παραμύθι.

    Να τις 250, να την ψυχή του, την καρδιά του, το αίμα του!

    Κι αυτή ;

    Ώ, αυτή θα δέχονταν.

    Θα του χαμογέλαε περίγλυκα –κατά πώς έκανε και στσ' άλλους– θα τούδινε τα χείλη της.

    Και θάπαιρνε τη μάχη. Ορίστε;

    Και κίνησε...

    Όμως – για ιδές: Πάτησε ή δεν πάτησε στη βάρκα του; Έγειρε να κοιμηθεί, ή έσκυψε να ξεράσει;

    Κάθε στιγμή ήταν σαν ένας χρόνος, σαν αιώνας.

    Τί ακριβώς ήταν που γίνονταν μέσα του δεν καταλάβαινε, όμως ένιωθε καλά πως μιά αδυσώπητη τάξη τού βόλευε στη συνείδηση του ούλα τα πράγματα, τα λόγια, τις ιδέες. Έτρεμαν ούλα διαβαίνοντας τη σκέψη του, σκούζαν βούιζαν φριχτά, παίρνοντας πάσα ένα –γρήγορα, ρυθμικά– τη θέση τους.

    Κι όταν ούλα στοιβάχτηκαν, ταχτοποιήθηκαν, τότες η σιγή γλυκιά, αλαφροέρχοτη άρχισε να χύνεται –σαν ήσυχο νερό– μες στην καρδιά του. Να του λαφρώνει το βάρος που αιστάνονταν, να του γλυκαίνει τους πόνους και τα ιντέρτια.

    Κ' ήταν ωραία !

    Σαν οπώρα ζαχαρωμένη μες σε γυάλινο βάζο έγινε το μούτρο του. Σαν δυό χάντρες μαβιές τα μάτια του – απλανή, εκστατικά, του έφεγγαν τώρα...

    Και το πρόσωπο του –εκείνο το σεβάσμιο– πήρε αγάλι την ίδια παπαγαλίστικη κοψά πούπαιρνε πάντα, σαν κρυφές χαρές τού κρούαν την καρδούλα του, σαν μυστικές αποθυμιές γλυκά του νάρκωναν τα νεύρα.

    Είχε τώρα εμπιστοσύνη στον εαυτό του, έβανε στοίχημα...

    Έτσι σιγά σιγά ξαλάφρωσε και σύρθηκε αγάλι προς τα πάνω, ώ, ήταν γενναίος αυτός, αποφασιστικός και αμετάπειστος.

    Πότε ορθός, πότε γερνάμενος πάγαινε σαν σκάφανδρο. Πότε μπρούμουτα ή ανάσκελα σαν ψάρι. Και μιά έψαχνε τα φύκια με τα μούτρα του, μιά την πλάτη του έξυνε στις καρένες των μαούνων.

    Διασταυρώνονταν με τα ρέματα, ή πάτωνε στη θάλασσα – σαν θερίο μπουσούλαε και πήγαινε με το στήθος.

    Κ' ενώ η Χριστίνα το πρωί του κάκου τον εγύρευε να την μπαρκάρει στα βαπόρι, αυτός λαγοκοιμόταν στις φυκιάδες.

    Ανάλαφρα τα ρέματα τον κούναγαν, δειλά τον τριγύριζαν τα καβούρια...

     

     

    Jan. 1

    Trackbacks

    The trackback URL for this entry is:
    http://intercreta.spaces.live.com/blog/cns!4179DB24E613039F!618.trak
    Weblogs that reference this entry
    • None