♠ T∂Ṩ҉ Ṩ ♠ 的个人资料T@SOS!!!照片日志列表更多 工具 帮助

日志


2月12日

Νικολας Άσιμους

 

 

Η Βιογραφία του Νικόλα

 

 

asimos2               minima

  

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1949 (20/8/49) από γονείς Κοζανίτες. Έζησε στην Κοζάνη μέχρι τα δεκαοχτώ του. Από μικρός έδειξε τον ανήσυχο χαρακτήρα του. Είχε μεγάλη αντίληψη. περιέργεια και ήταν πολύ φιλομαθής. Σαν μαθητής, του άρεσε να διαβάζει εξωσχολικά βιβλία και στο σχολείο ήταν από τους πρώτους μαθητές. Μελέτη ελάχιστη (κυρίως στο γυμνάσιο). “Από μικρός ήταν ζωηρός, αμφισβητούσε, έψαχνε τη ζωή”, θυμάται ο αδερφός του Δημήτρης Ασιμόπουλος.

Στο Δημοτικό κρατούσε τη σημαία. Στο γυμνάσιο δεν τα ήθελε καθόλου αυτά και καθησύχαζε τους γονείς του καθώς τον έβλεπαν να μην διαβάζει”. Εγώ τα ξέρω, δεν παν να χτυπιούνται, εγώ θα γράψω στα γραπτά”. Είχε πολύ μεγάλη σιγουριά για τον εαυτό του. Οι καθηγητές του ήταν διχασμένοι. Και τον συμπαθούσαν αλλά και δεν τον ανέχονταν, γιατί τους έμπαινε στα ρουθούνια (τους κριτικάριζε με τον τρόπο του.)

Έφηβος ασχολήθηκε με το σχολικό θέατρο (όπου θέατρο ο Νικόλας μέσα), με τον αθλητισμό, με το ποδόσφαιρο (τον είχαν ζητήσει στο σύλλογο της Κοζάνης αλλά δεν πήγε). Έγραφε στίχους. Δημιουργούσε ποιήματα με αφορμές διάφορες (σχολείο, κοινωνική ζωή, πόλη, έρωτας). Οι καθηγητές του γνωμάτευσαν ότι είχε πρόωρη ωριμότητα. Πολλές εκδηλώσεις του σχολείου του και εκτός γίνονταν με πρωτοβουλίες του.

Τα σχολικά βιβλία του τα διάβαζε ολόκληρα και δεν τα ξαναδιάβαζε (ή έριχνε καμιά ματιά). Τελειώνει το Λύκειο τότε Πρακτικό-Κλασσικό (θετικά μαθήματα- θεωρητικά μαθήματα). Ο Νικόλας τελείωσε Πρακτικό, μα επέλεξε θεωρητικές επιστήμες. Φροντιστήριο δεν πάτησε. Μαθαίνει (για τις τελικές εξετάσεις) τελευταία στιγμή τα Λατινικά, (τότε) μόνος του και μπαίνει στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης, τμήμα Νεοεληνικό (1967). Ήθελε να πάει για δημοσιογραφία. Τελειόφοιτος ή απόφοιτος Λυκείου στελνει κάποιο γραπτό σε εφημερίδα της Θεσσαλονίκης χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά το ψευδώνυμο “Άσιμος”. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Ασιμόπουλος. Όμως σιγά-σιγά σαν φοιτητής καθιερώνει το “Άσιμος” σαν επίσημο, η ταυτότητα του μένει κάποια στιγμή στην Ασφάλεια, δεν την αναζητεί. ώσπου γύρω στο ‘86 εκδίδει ταυτότητα σαν “Νικόλας Άσιμος”.

Από το ξεκίνημα του σαν φοιτητής θέλησε να ξαναδημιουργήσει το Φοιτητικό θέατρο με δική του αίθουσα (θέατρο) στο πανεπιστήμιο (υπόγειο Φιλοσοφικής σχολής). Ανέβασαν 4-5 έργα: Αριστοφάνη, Μένανδρο, (το 1971, ο “Φοιτητικός Θίασος” ανέβασε τους “Επιτρέποντες” του Μενάνδρου), Μολιέρο στο στρατιωτικό θέατρο (τότε). Με το ξεκίνημα της φοιτητικής του “καριέρας” αγοράζει την πρώτη του κιθάρα. Έπαιζε στις ταβέρνες με τις παρέες του. Την κουβαλούσε πάντα μαζί του. Ήταν αυτοδίδακτος. Στη Θεσσαλονίκη δημιούργησε τρεις μπουάτ. Παράλληλα αρχίζουν οι πρώτες του εμφανίσεις στο αναψυκτήριο του Λευκού Πύργου και μετά στο “Apple”. Ερχόταν αντιμέτωπος με τις “αρχές”, τη Χούντα, γιατί δεν δέχονταν καμμιά λογοκρισία στα τραγούδια του και στα λεγόμενά του. Κυνηγήθηκε και χτυπήθηκε άγρια στα κρατητήρια της ασφάλειας.

Το ‘73 πήρε την πραμάτεια του και κατέβηκε στην Αθήνα για ανεύρεση καλύτερης “τύχης”. Εκεί κατά πρώτον ασχολήθηκε με το θέατρο (στη Θεσσαλονίκη τελείωσε μια ιδιωτική σχολή Δραματικής Τέχνης). Συμμετείχε στο έργο “Τσιρκολάνοι” του Γιώργη Χριστοφιλάκη που ανέβηκε στο Θέατρο “Στοά”. Μετά απ’ αυτό αρχίζει την καλλιτεχνική του “καριέρα” στην Αθήνα. Συνεργάστηκε με επώνυμους και ανώνυμους τραγουδιστές: Λήδα, Σπύρος, Ζωγράφος, Τζαβέλλας, Ζουγανέλλης, Μπουλάς, Αδριανός, Τόλης κ.α. Εμφανίζεται στην Πλάκα. σε συνεργασία με τραγουδιστές, ηθοποιούς, συνθέτες, παρουσιάζοντας έναπρόγραμμα με μουσική, κείμενα, σκετς και ντοκουμέντα κόντρα στο κατεστημένο: “5η εποχή”, “11η εντολή”, “Χνάρι”, “Μουσικό Θέατρο Φτώχειας”, “Σούσουρο”. Το πρώτο αυθεντικό μουσικό καφενείο, συνεργατικός θίασος μουσικών. Πολλά και γνωστά ονόματα ανάμεσα στους τότε συνεργάτες του : Γκαιφύλιας (το 1973), Τραντάλης, Πανυπέρης, Φινίκης, Μουζακίτης, Σπυρόπουλος κ.α. Η συνεργασία όμως χάλαγε στο ξεκίνημά της, λόγω του ασυμβίβαστου χαρακτήρα του. Ίδρυσε μόνος του πολλές μπουάτ (Πλάκα, Εξάρχεια και αλλού). Με το σχήμα “Για ένα πολιτικό καφενείο” δίνει παραστάσεις στον πεζόδρομο της Μνησικλέους για “να συμβάλουμε έμπρακτα κι εμείς οι καλλιτέχνες στην ανατροπή των καταπιεστών του λαού μας”. Δημιούργησε την “Exarchia Square Band” και συμμετείχε σε συναυλίες, εκδηλώσεις κοινωνικοπολιτικές, μουσικοθεατρικά σχήματα, θέατρο του δρόμου (στη Βουκουρεστίου), διάφορα δρώμενα. Συνεργάστηκε κατά καιρούς με πολλά σχήματα και καλλιτέχνες. Τα τελευταία χρόνια ήταν αρκετά κοντά με την Κατερίνα Γώγου.

Έγραφε πολλά τραγούδια που τα ηχογραφούσε σε κασέτες μόνος του (σε στούντιο φίλων του): η πρώτη του ήταν η “παράνομη κασέτα Νο 000001 - με το βαρέλι που για να βγει το σπάει” (συνολικά κυκλοφόρησε 8 διαφορετικές κασέτες). Τις κυκλοφορούσε(τις διακινούσε) ο ίδιος στα Προπύλαια, στο Πολυτεχνείο, στα Εξάρχεια, στο Μοναστηράκι, στο Λυκαβητό, στις διάφορες συναυλίες (έξω από το χώρο τέλεσής τους). Γύρω στο ‘83 ανοίγει ένα μαγαζάκι στα Εξάρχεια, στην Καλλιδρομίου στο ύψος της Ζωοδόχου Πηγής (στον ίδιο χώρο σήμερα υπάρχει κάποιο cafe). Το ονομάζει “Χώρο προετοιμασίας”. Ήταν μαγαζί και σπίτι. Ήταν το πιθάρι του σύγχρονου Διογένη. Εκεί έγραφε, συνέθετε τα τραγούδια του, πουλούσε βιβλία, παιχνιδάκια για τα παιδιά, πρόχειρα κοσμήματα κατασκευής γνωστών του, κασέτες δικές του κυρίως, φωτιστικά, πήλινα, κάρτες παλιές και πολλά άλλα. Γύριζε με ένα ποδήλατο στο οποίο είχε δέσει ένα καφάσι για την μεταφορά της “δουλειάς” του και των ειδών του μαγαζιού του.

Από την “παράνομη” σχέση του με τη Λίλιαν Χαριτάκη γεννιέται το 1976 η κόρη του. Ήταν αντίθετος με τους θεσμούς της σημερινής κοινωνίας (γάμος, παιδεία, θητεία στο στρατό, εμπορικά κυκλώματα κ.λ.π.)

Το 1974 εκδίδει με τη ΛΥΡΑ - ZODIAC τον πρώτο του δίσκο 45 στροφών (Ρωμιός- Μηχανισμός).

Το 1983 κυκλοφορεί δίσκο 33 στροφών με την ΜΙΝΟΣ(“ΞΑΝΑΠΕΣ ΤΟ”).

Το 1980-81 γράφει ένα βιβλίο με τον τίτλο “ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ” και το κυκλοφόρησε σε ελάχιστα αντίτυπα (έκδοση “ανέκδοτο” απλή, πρόχειρη).

· Στρατιωτικό : 1978-79 Αρχίζει η διαδικασία για την επίτευξη του στόχου του “να μην υπηρετήσει”. Παίρνει οριστικά απολυτήριο- δεν ξέρω πότε- λόγω “ψυχο... συνδρόμου”. Απολυτήριο σχιζοειδούς ψυχώσεως: “Ψυχωσική συνδρομή σχιζοφρενικού τύπου” ή κατά το Νικόλα: “Σχιζοφρενοβλαβίωση”.

· 24/10/1977 Φυλακίζεται μαζί με 5 άλλους εκδότες-συγγραφείς. Αιτία: “εξέχουσες προσωπικότητες που επηρεάζουν” Σκοπιμότητα: εκλογές Νοέμβρη 1977

· 24/12/1977 Η αποφυλάκισή του.

Μια φορά νοσηλεύτηκε στο “ΔΑΦΝΙ” για ένα διάστημα λίγων ημερών, όπου οδηγήθηκε βίαια (ως συνήθως) ώσπου το 1987 οδηγήθηκε στις φυλακές του Κορυδαλλού με την κατηγορία του βιασμού γυναίκας (παλιάς φιλενάδας του). Από τότε αρχίζει ο ψυχολογικός κατήφορος του Άσιμου. Βγαίνει από τη φυλακή με χρηματική εγγύηση. Δε θα μπορέσει όμως να “χωνέψει” την κατηγορία αυτή. Η εκκρεμούσα δίκη μαζί με τα άλλα προβλήματα που ήταν πολλά, συσσωρεύτηκαν μέσα του, ξεπέρασε κάπου τον εαυτό του.

Έτσι στις 17 Μάρτη 1988 βρέθηκε κρεμασμένος σπίτι του. Ήταν η τελευταία του “Βόλτα”. Προηγουμένως είχε επανειλημμένα τηλεφωνήσει απεγνωσμένα σε φίλους...

 

 


 

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Άσιμου "Αναζητώντας Κροκανθρώπους" 1981

asimos  

-Όταν πλακώσει ο θάνατος αρχίζει η καταγραφή της ζωής. Κι έτσι κυκλοφορούν τα βιβλία.
Το καλό με μένα αλλά και το ζόρι είναι που ξέρω συνειδητά το θάνατό μου και μαζί με την καταγραφή της πεθαμένης ζωής, μπορώ να καταγράφω και το θάνατο μου.

-Κάποτε θα με διαβάσεις ίσως, θα ακούσεις τα τραγούδια μου, θα με κατανοήσεις. Αλλά δε θα ‘μαι εγώ πια. Θα ‘ναι αυτή η μάσκα που φορούν στους πεθαμένους. Όσους τους χρησιμοποιούν μετά το θάνατό τους, όταν οι ίδιοι δεν υπάρχουν.
Όσο υπήρχα με φοβόσουν.
Όσο υπήρχα δε με άντεχες.
Δεν είχες καν τη δύναμη να μείνεις ένα δευτερόλεπτο κοντά, άμα σου το ζητούσα. Θα προτιμούσα να μη με διάβαζες ποτέ.
Είναι καλύτερο ν’ αγοράσεις ή να κλέψεις ένα μπλουζάκι με την φάτσα μου επάνω τυπωμένη. Κι ας σου φαίνεται γελοίο. Κι ας μου φαίνεται γελοίο.

-Θέλεις να πατάς σταθερά
Σ’ αρέσουν οι ρηχές θάλασσες
Σ’ αρέσει να γυρνάς τον κόσμο
αλλά πάντα στα ρηχά
Εμένα μ’ αρέσουν οι βαθιές θάλασσες
Κι ας μη γυρνώ τον κόσμο
Κι ας μη με νομίζει κολλημένο
στο ίδιο αυτό σημείο.
Δεν υπάρχει σύμπαν
υπάρχουν μόνο στιγμές
συμπαντικές στιγμές
Αν φτάσεις στην ακινησία
Μπορείς παντού να ταξιδέψεις
Γι’ αυτό το ξέχασες που σου ‘λεγα
μωρό μου εκείνο το πρωινό
δίπλα στην σκάλα, πως η ζωή
κι ο θάνατος δεν είναι θέμα περιβάλλοντος.
Είναι θέμα αντοχής στην ίδια πλευρά πλεύσης.
Εγώ δε χρειάζομαι τον κόσμο
κακώς έχεις νομίσει
Για μένα δεν υπάρχει κόσμος
Χρειάζομαι απλά να δημιουργώ κόσμο.

-Ονομάζομαι Νικόλας Άσιμος.
Ουχί Νίκος ουδέ Νικόλαος.
Νικόλας και το “Άσιμος” με γιώτα
Ουχί Ασίμος-ουδεμία σχέση έχω με τον Ισαάκ Ασίμωφ
Τώρα θα μου πεις γιατί το “Άσιμος” με γιώτα
Γιατί όταν λέμε “ο τάδε είναι άσημος τραγουδιστής...” η λέξη “άσημος” παίζει το ρόλο επιθετικού προσδιορισμού στη λέξη “τραγουδιστής” και γράφεται με ήτα. Ενώ το “Άσιμος” είναι όνομα ή καλύτερα επώνυμο και ουχί ο επιθετικός προσδιορισμός του εαυτού μου”

-Τα ζώα μπορεί να φωνάζουνε και να πλακώνονται στις μπουνιές
Ποτέ όμως δε χρησιμοποιούν τη σπιουνιά, τους μπάτσους, ή άλλα
συγγενή ζώα για να λύσουν τις προσωπικές τους διαφορές,
πράγμα που συνηθίζεται στην κοινωνία των ανθρώπων που δεν είναι δυστυχώς ζώα.
Η κοινωνία των ανδρών είναι σιχαμερή
Η κοινωνία των γυναικών το ίδιο
Ζήτω η κοινωνία των παιδιών και των ζώων, όχι όλων. Αυτών που
δεν έχουν αποχτήσει ακόμη ανθρώπινες συνήθειες.

-Θα μπορούσα να ‘χα πράξει αλλιώς και να μην υπήρχε το χαμαλίκι. Αλλά το ξέρω τότε δε θα μπορούσα τίποτα να κανω.
Γιατί δε θα ήμουνα εγώ.
Γιατί θα ήμουν σαν εσάς τους κάλπικους φονιάδες
Γιατί θα ήμουν σαν εσάς τους φοιτητές, τους κώλους και τους
χέστες
Γιατί θα ήμουνα και εγώ σαν τους αριστερούς, σαν τους
“αναρχικούς” και τα πρεζόνια.
Γιατί θα ρούφαγα ακόμα από τη μαμά και τον μπαμπά
Γιατί θα ρούφαγα τους γύρω
Γιατί στα λόγια θα ‘μουνα ο πρώτος του χωριού ο
γκραντεπαναστάτης.
Γιατί θα ήμουν σαν και εσένα πούστη.
Γιατί θα ήμουν σαν και σένα φεμινίστρια κουφάλα
Γιατί θα τάθελα όλα και γω δικά μου
Γιατί θα μ’ ενδιέφερε να μη μου πέσει η μύτη
Γιατί θε να ‘χα το ‘να πόδι εδώ και τάλλο απ’ την άλλη
Γιατί στο πρώτο ζόρι θάχα να καταφύγω σ’ αυτούς που μου ‘ναι
ξένοι και δικοί.
Γιατί θα ήμουν κόσμος, κόσμος μες τον κοσμάκη
Γιατί δε θάμουνα εγώ
Το προτιμώ το χαμαλίκι

-Δεν έδωσα σε άλλον
τα κλειδιά
ούτε του σπιτιού μου
ούτε της καρδιάς μου.
Αρνήθηκες να τα πάρεις
Φοβήθηκες μήπως
σου ξεκλειδώσω
τη δική σου
καρδιά.

 

1月11日

« Σαμαριά »

 

                                                                            samaria                                           COE-1  tomab

 

 

Το φαράγγι της Σαμαριάς βρίσκεται στα Λευκά Όρη σε ένα σύμπλεγμα βουνών που η μεγαλύτερη κορυφή φτάνει τα 2450μ. υψόμετρο (πάχνες). Έχουν ονομαστεί έτσι απο το γεγονός ότι τα χιόνια που βρίσκονται στις κορυφές τους δεν λιώνουν ποτέ.

 

Στην αρχή της διαδρομής για τον ΕΔΛΟ (Εθνικό Δρυμό Λευκών Όρεων-Φαράγγι Σαμαριάς) και σε υψόμετρο 1080μ. θα συναντήσουμε το οροπέδιο του Ομαλού. Μια επίπεδη περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα σε 7 ψηλές κορυφές των Λευκών Ορέων.

Περπατώντας λίγο πιο πάνω και στα 1250μ. υψόμετρο συναντάμε την βόρεια είσοδο του φαραγγιού που έχει το όνομα Ξυλόσκαλο. Το όνομα αυτό το πήρε από το γεγονός ότι οι άνθρωποι παλαιότερα, πριν γίνει το μονοπάτι που υπάρχει σήμερα, για να κατέβουν μέσα στο φαράγγι είχαν μια ξύλινη ανεμόσκαλα.

Ακριβώς απέναντί μας μένει επιβλητικό γυμνό και απόκρημνο βουνό με το όνομα Γκίγκιλος. Γκίγκιλος θα πει σαπισμένος. Το όνομα σάπιος το πήρε από τα βράχια που πέφτουν κάθ’ όλη την διάρκεια του έτους. Είναι ένα ασυνήθιστο βουνό με απόκρημνες πλαγιές και μεγάλες σάρες.

Κατά την αρχαιότητα πίστευαν ότι ήταν ιερό βουνό και στην πηγή του, που ονομάζεται ληνοσέλι, λουζόταν ο θεός Δίας.

Για να μπούμε στο μονοπάτι που μας οδηγεί μέσα στο φαράγγι θα πρέπει να αρχίσουμε να κατηφορίζουμε στο σκαλισμένο στα βράχια μονοπάτι, ενώ δεξιά και αριστερά μας βλέπουμε πεύκα και κυπαρίσσια. Το μονοπάτι έχει μήκος 13χλμ. και σε κάθε 1,5μχλ. υπάρχουν οργανωμένοι χώροι για ξεκούραση, νερό για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών.

Ύστερα από τέσσερα χιλιόμετρα φτάνουμε στον Άγιο Νικόλαο. Η περιοχή έχει πάρει το όνομα της από την εκκλησιά του Αγίου Νικολάου που υπάρχει εκεί. Η εκκλησιά έχει χτιστεί πάνω στα ερείπια αρχαίου ιερού ναού του θεού Απόλλωνα. Στην ίδια περιοχή κατά την αρχαιότητα υπήρχε η πόλη Καινώ.

Στην περιοχή γύρω από τον Άγιο Νικόλαο υπάρχουν αιωνόβια κυπαρίσσια τα οποία θεωρούνται από τα αρχαιότερα στην Ευρώπη με ηλικία που ξεπερνά τα χίλια χρόνια. Ακόμα, εδώ θα συναντάμε ένα είδος ενδημικού αγριολούλουδου, την πανέμορφη Παιώνια!!!

Περπατώντας άλλα 3 χλμ. Περίπου, στο κέντρο της διαδρομής, θα συναντήσουμε την Σαμαριά.

Εκεί μέχρι το 1962 ήταν ένας μικρός οικισμός 30 περίπου ανθρώπων και είχε το όνομα που έχει σήμερα το φαράγγι (Σαμαριά).

Το όνομα του χωριού προήλθε από το παλιό εκκλησάκι της Οσίας Μαρίας με σύμπτυξη των δυο λέξεων << Οσία Μαρία – Σα Μαρία – Σαμαριά >>

Οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί αναγκάσθηκαν το 1962 που το φαράγγι ανακηρύχθηκε Εθνικός Δρυμός να φύγουν για να μπορέσει η φύση να αναπτυχθεί ανενόχλητη από την ανθρώπινη παρουσία.

Συνεχίζοντας πιο κάτω το τοπίο αλλάζει συνεχώς, τα δάση εναλλάσσονται με τεράστια κάθετα βράχια και στο 11ο χλμ. συναντάμε το πιο εντυπωσιακό σημείο του φαραγγιού, τις πόρτες ή σιδερόπορτες με το ποτάμι στο κάτω μέρος, ενώ από πάνω υψώνονται κάθετα βράχια που φτάνουν τα 300μ. και η απόσταση μεταξύ τους είναι μόλις 3μ.

5χλμ. μετά τις πόρτες, φτάνουμε στην έξοδο του φαραγγιού στον παλιό οικισμό της Αγίας Ρουμέλης. Εδώ, στην Αγία Ρουμέλη βρισκόταν η αρχαία πόλη Τάρρα. Μια ανεξάρτητη πόλη με δικό της νόμισμα και πιθανόν η πρώτη περιοχή που επεξεργάστηκε το γνωστό μας γυαλί.

3χλμ. μετά την έξοδο καταλήγουμε στο Λυβικό πέλαγος στον νέο οικισμό της Αγίας Ρουμέλης. Μια οργανωμένη περιοχή ήπιας τουριστικής εκμετάλλευσης.

 

LEYKA OPH 01                         OMALOS 01     

                          ΛΕΥΚΑ ΟΡΟΙ                                                                        ΟΡΟΠΕΔΙΟ ΟΜΑΛΟΥ

 

KSILOSKALO 01  KSILOSKALO             

                                                     ΞΥΛΟΣΚΑΛΟ                                                                              

 

agios-nikolaos-church  SamariaPano1-LR

                                               ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

 

Samaria_3-8-2006-Antonis1  SAMARIA_012

                                                        ΣΑΜΑΡΙΑ                        

                                                         

edlo_P4169015 a                                  AGIA ROUMELI

           ΠΟΡΤΕΣ                                                                      ΑΓΙΑ ΡΟΥΜΕΛΗ  

 

  

  

  

1月5日

E4 European Path

 

                                                              E4     

                Το Ευρωπαικό μονοπάτι μεγάλων διαδρομών

 

 

E4 9 2

Το Ευρωπαικό μονοπάτι μεγάλων διαδρομών, ξεκινά απο τα Πυρηναία, διασχίζει ολόκληρη την οροσειρά των Άλπεων και μέσω της Γιουγκοσλαβίας φτάνει στην Φλώρινα απ'' όπου ξεκινά το Ελληνικό κομμάτι. Διασχίζει ολόκληρη την Ελλάδα απ'' όπου φτάνει στο Γύθειο και από εκεί νοητά στο Καστέλλι απ'' όπου αρχίζει το Ε4 στην Κρήτη, φτάνοντας μέχρι την Ζάκρο όπου τελειώνει. Δίνει την δυνατότητα στους περιπατητές να γνωρίσουν την άγνωστη Κρητική φύση, μιας και περνά από παλιά μονοπάτια, οικισμούς, μοναστήρια και βέβαια τα ψηλά βουνά της Κρήτης.

e41                                ePaths_part1_003

Η χάραξη και η σηματοδότηση έγινε με πρωτοβουλία της Περιφέρειας Κρήτης, σε συνεργασία με τις κοινότητες των περιοχών οπου διασχίζει το Ε4 και όλους τους ορειβατικούς Συλλόγους της Κρήτης. Υπεύθυνος για όλο το έργο καθώς και την χαρτογράφιση του Ε4 στην Κρήτη είναι ο αρχιτέκτων-συγγραφέας και ορειβάτης Γιώργος Πετράκης.

 

E4-sign E4_map_copyrighted IMG_3904

Το φέρρυ έρχεται από το Γύθειο (3 φορές την εβδομάδα) στο λιμάνι Καστέλλι Κισσάμου (κατάλυμα, λεωφορείο προς Χανιά).

Το Ε4 της Κρήτης διακλαδίζεται στην Σούγια σε βόρειο και νότιο τμήμα.

Το βόρειο τμήμα είναι καθαρά αλπικό και απαιτεί ο περιπατητής να έχει την απαραίτηση εμπειρία. Το νότιο τμήμα στην νότια ακτή του νησιού είναι πολύ τραχύ σε αρκετά σημεία, λόγω των κρητικών βράχων. Σε κάποια σημεία, ανάμεσα στην Σούγια και την Χώρα Σφακίων ο δρόμος εγκαταλείπει κανείς τον δρόμο και ο περιπατητής μπορεί να προχωρήσει ελεύθερα. Και για τους δυό κλάδους είναι απαραίτητες ασφάλειες. Και οι 2 κλάδοι δεν περνούν από το φαράγγι της Σαμαριάς. Το μήκος κάθε κλάδου είναι περίπου 320 km και χρειάζονται 3 βδομάδες για την διάσχισή του.

 

Από το Καστέλλι

Από το Καστέλλι περπατάτε νότια και πάνω από το χωριό Κάτω Παλαιόκαστρο (2 km), Κορφιανά (2 km) Γρηγοριανά (2 km), Πολυρρίνια (2 km), Γαλούβασες (2 km), σε ασφαλτόδρομο προς τις Λουσακιές (2,5 km - εστιατόριο), Ζαχαριανά (2,5 km), σε ασφαλτόδρομο προς το Σφηνάρι (7 km - κατάλυμα); από το Καστέλι: 22,5 km.  

Από το Σφηνάρι

Από το Σφηνάρι προς το Ανω Σφηνάρι (1 km) και μέσα από τα ακόλουθα χωριά: Κάμπος (5 km), Κεραμωτή 5 km), Αμυγδαλοκεφαλή (3 km), Σημαντηριανά (3,5 km), Παπαδιανά (2,5 km), Κεφάλι (1 km), Βαθύ (2 km), Πλοκαμιανά (2 km), προς το μοναστήρι Χρυσοσκαλίτισσα (7 km από το Σφηνάρι, 32 km- επίσκεψη - κατάλυμα, ιστορικό μοναστήρι). Από την Χρυσοσκαλίτισσα πάνω από την Ελαφόνησο (1 km), Αγιο Ιωάννη (4 km), Κούνδουρα (4,5 km) προς Παλαιοχώρα (7,5 km) - από την Χρυσοσκαλίτισσα: 14,5 km και πό το Καστέλλι περίπου μια βδομάδα; κατάλυμα).

Πορεία του νότιου τμήματος

Ο δρόμος από την Σούγια προς την Αγία Ρουμέλη, όπου εξέρχεται το φαράγγι της Σαμαριάς, άνοιξε πρόσφατα και είναι σηματοδοτημένο. Από την Σούγια στην Πιλίκασσο-Τρυπητή (7,5 km), έξοδος του φαραγγιού (1 km), Ντομάτα (5 km), έξοδος του φαραγγιού (3 km), Αγία Ρουμέλη 6 km- από την Σούγια: 20 km - 8 ως 9 ώρες; επίσκεψη και κατάλυμα - σύνδεση με φέρρυ προς το Λουτρό και την χώρα Σφακίων).

Από την Αγία Ρουμέλη

Από την Αγία Ρουμέλη περπατήστε τον δρόμο κατά μήκος της ακτής μέχρι το εκκλησάκι του Αγίου Παύλου (3,5 km), Μαρματά - έξοδος του φαραγγιού Αραδένα (6,5 km), Λουτρό (3 km - από την Αγία Ρουμέλη: 13 km-5 ώρες- επίσκεψη και κατάλυμα).

Από το Λουτρό

Από το Λουτρό προς την Χώρα Σφακίων (6 km; επίσκεψη και κατάλυμα; λεωφορείο προς Χανιά), Κομιτάδες (4 km; εστιατόριο), Βράσκας (1,3 km), Νιμικιανά (0,5 km), Αγ. Νεκτάριος (1,5 km), Φραγκοκάστελλο (6,5 km- Από το Λουτρό: 19,5 km-6,30 ώρες; Βενετικό κάστρο; επίσκεψη και κατάλυμα).

Από το Φραγκοκάστελλο

Από το Φραγκοκάστελλο προς την Σκαλωτή (4,5 km; εστιατόριο), Αργουλές (2 km), Κάτω Ροδάκινο 7,5 km - restaurant Από το Φραγκοκάστελλο:14 km; επίσκεψη και κατάλυμα; από το Καστέλλο Κισσάμου περίπου 8 μέρες). Εδώ σταματά ο δρόμος για την νότια ακτή του νησιού. Ο δρόμος στρίβει βόρεια και διατρέχει τον νομό Ρεθύμνου.

Πορεία του αλπικού τμήματος του μονοπατιού

από την Σούγια προς τον Λιβαδά (6,5 km), Κουστογέρακο (4km), Αγιοι Θεόδωροι (10 km), κέντρο του οροπέδιου του Ομαλού (4 km). Ξενοδοχείο και Ξενώνες. 8 ώρες.
2. από την Σοούγια κατ' ευθείαν μέσα από το φαράγγι της Αγίας Ειρήνης στο κέντρο του οροπέδιου του Ομαλού (15 km) 7.30 ώρες. Από τον Ομαλό προς το καταφύγιο Καλλέργη (5 km) 2 ώρες. Τοι κατάλυμα είναι ανοικτό το καλοκαίρι. Από το καταφύγιο στην κορφή Μελιδάου (6 km), από κεί στην τοποθεσία Κατσιβέλι, όπου υπάρχει το καταφύγιο Χουλιόπουλος (7 km). Σύνολο (18 km) 7.30 ώρες . Το καταφύγιο είναι κανονικά κλειστό, τα κλειδιά κρατούνται από τον ΕΟΣ Χανίων.

Από το Κατσιβέλι

Από το Κατσιβέλι πρός Λιβαδά, Σιδεροκέφαλο, Κανάκι, Πούσσια ή μικρός Τροχάρης, Κουταλάς, Φανάρι (πλευρές), Νιάτος (οροπέδιο), Ταύροι (οροπέδιο), Ασκίφου. Σύνολο 20 km, 10 ώρες. Πανδοχείο, Ξενώνες.

Από Ασκίφου

Από Ασκίφου στην Ιμβρο (5 km), μέσα πό το φαράγγι της Ιμβρου προς Κομιτάδες (4,5 km) όπου κανείς παίρνει τον δρόμο για την Νότια Κρήτη και μετά προς Φραγκοκάστελλο. Σύνολο (19 km) 6.30 ώρες. Ο δρόμος διακλαδίζεται πάλι εδώ. Το αλπικό τμήμα προχωρεί: Παντζιανός (2,5 km), Καλλικράτης Ασι Γωνιά, Αργυρούπολη. Σύνολο (27 km), 9 ώρες. Ο δρόμος περνά από την περιοχή νομού Ρεθύμνου.

Από την Αργυρούπολη

Από την Αργυρούπολη προς τον κάτω Πόρο, κατόπον νότια 2,5 km, πάλι ανατολικά 1 km και τώρα βόρεια προς τον Μούνδρο, κατόπιν νότια μέσα από το φαράγγι του Μουδριάνου, κατόπιν ανατολικά, νοτιοανατολικά μέχρι τα Αγουλιανά (23 km - 7-8 ώρες). Δωμάτια, Ξενώνες.

Από τα Αγουλιανά

Από τα Αγουλιανά νοτιοανατολικά προς Κοξαρέs, Αγία Πελαγία, Ανω Μυξορούμα, (Ξενώνες), Σπήλι (13,5 km - 4 ώρες) Ξενώνες, δωμάτια, τράπεζα, ταχυδρομείο

Από το Σπιλί

Από το Σπήλι παίρνετε τον δρόμο νοτιοανατολικά του δρόμου προς Κισσό, περίπου 1 χιλιόμετρο μετά το χωριό κοντά στο μοναστήρι, εκεί όπου στρίβει νοτιοανατολικά και κατόπιν ανατολικά προς την κορυφή του όρους Κέδρου (1776 μ). Από δώ πάρτε το δρόμο προς Γερακάρι (από το Σπήλι 18,5 χιλ - 8 ώρες). Μόνον καφενεία.

Από το Γερακάρι

Από το Γερακάρι προς τα χωριά Ελενες, Αμάρι, Οψιγιάς, Λαμπιότης, Βίσαρι, Φουρφουράς. Δωμάτια, ξενώνες, μαγαζιά. Από το Γερακάρι 5 ώρες.

Από τον Φουρφουρά

Από τον Φουρφουρά πάρτε τον σημειωμένο δρόμο προς το καταφύγιο του ΕΟΣ Ρεθύμνου στις νότιες πλαγιές του Ψηλορείτη, 1400 μ. Το καταφύγιο δε είναι πάντοτε ανοιχτό. Από τον Φουρφουρά μέχρι το καταφύγιο ο περίπατος διαρκεί 3,5 - 4 ώρες και η υψομετρική διαφορά είναι περίπου 1000 μ.

Από δώ ο δρόμος οδηγεί βόρεια

Από δώ ο βραχώδης και απότομος δρόμος οδηγεί βόρεια προς την κορυφή του Ψηλορείτη -Τίμιος Σταυρός (2454 χιλ. - 3-3.30' ώρες). Η περιοχή είναι άνυδρη και άδενδρη. Από την κορυφή, θαυμάστε ολόκληρο το νησί. Από την κορυφή, σ' ένα καλά σημειωμένο δρόμο φθάνετε στο οροπέδιο Νίδας σε 2,5 ώρες. Εδώ συναντώνται και πάλι οι δυό κλάδοι και προχωρούν μαζί μέχρι την ανατολική ακτή του νησιού. Πάνω από το οροπέδιο Νίδας βρίσκεται το σπήλιο Ιδας, όπου γεννήθηκε ο Ζεύς από την Αμάλθεια, σύμφωνα με την Μυθολογία.

Η πορεία του νότιου κλάδου

Η πορεία του νότιου κλάδου του Ε4 Κρήτης από το Ροδάκινο στην Νίδα. Από το Κάτω Ροδάκινο φθάνετε βόρεια ευθεία στον Αγιο Κωνσταντίνο (20,5 χιλ. - 7 ως 8 ώρες). 3 χιλ. αργότερα ο δρόμος στρίβει προς το αλπικό τμήμα του Ε4. Δωμάτια, Ξενώνες.

Από τον Αγιο Κωνσταντίνο

Από τον Αγιο Κωνσταντίνο ανατολικά προς Καλονήκτη, Ανω Βαλσαμόνερο, Αρμένι (15 ψιλ- 5 ώρες). Δωμάτια - Ξενώνες. Το νεκροταφείο είναι της μινωϊκής εποχής και βρίσκεται στο χωριό.

Από το Αρμένι

Από το Αρμένι σε δασικό δρόμο για το μεγαλύτερο μέρος - καθώς και αγροτικά μονοπάτια μέσα παό τα χωριά Σέλλι (στο μοναστήρι της Αγίας Φωτεινής, όπου ο δρόμος στρίβει προς το Ρέθυμνο), Χαρκιά και Κομβούσιον προς το Αρκάδι (29 χιλ.- 9 ως 10 ώρες). Ξενώνες, κατάλυμα στο μοναστήρι.

Από το Αρκάδι

Από το Αρκάδι μέσα από τα χωριά Ελεύθερνα (Δωμάτια, Ξενώνες), Κάτω Τριπόδιο (κατάλυμα), Μαργαρίτη (Δωμάτια - Ξενώνες), Ορθές (Ξενώνες), Καλαντάρη, Καλαμάς, Πασσαλίνη, Χουμέρη, Δαφνέδες, Επισκοπή, Γαράζο (32 χιλ - 11 ως 12 ώρες). Ξενώνες, μαγαζιά.

Από το Γαράζο

Από το Γαράζο στα Ανώγεια μέσα από τη Μονή Διακουρίου, Ζωνιανά, ασφαλτοστρωμένος δρόμος προς Ανώγεια (16 χιλ.- 5 ώρες). Ξενώνες, κατάλυμα, Δωμάτια.

Από τα Ανώγεια

Από τα Ανώγεια στον Ζωμιθό (11 χιλ) και μετά στο οροπέδιο Νίδας (11 χιλ), σύνολο 6 ώρες. Το ομοιόμορφο μονοπάτι Ε4 εδώ εκτείνεται από το Οροπέδιο Νίδας ως την ανατολική ακτή. Παρόλη την συνοχή του, υπάρχουν δυό κλάδοι στην αρχή, από το χωριό Καμάρες, όπου υπάρχει και σπήλαιο, ως τα σύνορα.
Κλάδος 1. Από το οροπέδιο ως την κορυφή (περίπου 1000 μ.), κατόπιν νοτιοανατολικά μέχρι την διασταύρωση (περίπου 2 χιλ), όπου πρέπει να ακολουθήσετε τον ανατολικό κλάδο. Μετά από περισσότερααπό 5,5 χιλ. ο δρόμος φθάνει σ' ένα δάσος, στρίβει νότια, στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, μέσα παό το φαράγγι Γκαφάρι προς το χωριό Ζαρός (19 χιλ - 5,30' ώρες). Ξενοδοχείο, Ξενώνες
Κλάδος 2. Από την κορφή Τίμιος Σταυρός, μετά από περίπου 5 χιλ υπάρχει μια σημειωμένη διασταύρωση του δρόμου προς Καμάρες (υψόμετρο 1900 μ). Προς Καμάρες (9 χιλ - 3 ώρες) - Ξενοδοχείο, Ξενώνες, λεωφορείο προς Ρέθυμνο. Από Καμάρες προς Βουρίζια (3,5 χιλ - 0.50' ώρες), Ζάρο 9 χιλ - 2.40' ώρες).

Από τον Ζάρο

Από τον Ζάρο (πρώτος κλάδος) ανάβαση μέχρι μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη (7 χιλ - υψόμετρο 900 μ), Γυριστή (7,5 χιλ - υψόμετρο 1700 μ.), καταφύγιο ΕΟΣ (3 χιλ - υψόμετρο 1100 μ.), Ανω Ασίτες (σύνολο 21,5 χιλ - 9 30' ώρες). Μόνο καφενεία, λεωφορείο προς Ηράκλειο

Από τους Ανω Ασίτες

Από τους Ανω Ασίτες κυρίως σε αγροτικούς και δασικούς δρόμους, ένα μέρος σε ασφαλτοστρωμένους δρόμους, ως τα χωριά Κερασιά (3,5 χιλ), Βενέρατο (1,5 χιλ), Κυπαρίσσι (7,7 χιλ), Προφήτη Ηλία (4 χιλ). Ξενώνες, κάστρο. Ανω Αρχάνες (9 χιλ -3 ώρες), καφενεία, λεωφορείο για Ηράκλειο, Ξενώνες. Αρχαιολογικό μουσείο.

Από Ανω Αρχάνες

Από Ανω Αρχάνες στις Κάτω Αρχάνες (2 χιλ), Μυρτιά (9,5 χιλ), Αστράκι (1 χιλ), Αποστολή (11,5 χιλ), Καστέλλι (4,5 χιλ) (Ξενώνες, λεωφορείο προς Ηράκλειο), Ξυδάς (3 χιλ) (Ξενώνες, λεωφορείο - αρχαιολογικός χώρος), Κασταμονίτσα (3,5 χιλ), Κάτω Μετόχι (9,5 χιλ), Ψυχρό (3 χιλ - Ξενοδοχείο, Ξενώνες, σπήλαιο, αρχαιολογικό μουσείο, το Μετόχι και το Ψυχρό βρίσκονται στο οροπέδιο του Λασιθίου, 850 μ. υψόμετρο

Από το Ψυχρό

Από το Ψυχρό, μέσω Λασιθίου, κατάβαση προς Αγιο Γεώργιο (2,5 χιλ), όπου υπάρχει επίσης το καταφύγιο των ορειβατών και χιονοδρόμων του ΕΟΣ Λασιθίου. Ο αντιπρόεδρος του Συλλόγου είναι ο παπάς του χωριού. Εδώ, υπάρχουν Ξενοδοχείο και Ξενώνες. Από δώ, ο δρόμος πηγαίνει νότια, ο ορειβάτης ανεβαίνει στο διάσελο (1800 μ) μεταξύ των κορφών Δίκτη (2147 μ) και Αφέντης Χριστός (2140 μ). Πριν το διάσελο, ο δρόμος στρίβει ανατολικά και προχωρεί κατεβαίνοντας προς το Αλμ Σαλακάνο (17 χιλ από τον Αγιο Γεώργιο). Εδώ υπάρχει μόνον μιά ταβέρνα.

Από το Αλμ Σαλακάνο

Από το Αλμ Σαλακάνο ανατολικά προς Πρίνα (18 χιλ-5 ώρες - υψόμετρο 550 μ), Μασσελέρι (3,5 χιλ), Βασιλική (15,5 χιλ - υψόμετρο 100 ., το βαθύτερο σημείο του Ε4), διάσχιση του δρόμου Ιεράπετρας-Αγίου Νικοάλου προς Μοναστηράκι, ανάβαση και πάλι στις πλαγιές του βουνού Θρύπτη προς το χωριό Θρύπτη (υψόμετρο 880 μ - 5 χιλ -2 30' ώρες), περαιτέρω στις πλαγιές του βουνού προς Ορεινό (υψόμετρο 650 μ - 6,5 χιλ), Χρυσοπηγή (6,5 χιλ), Παπαγιαννάδες (9 χιλ), Χανδράς (4 χιλ), Ζίρος (4 χιλ), κατάβαση προς Ανω Ζάκρο (250 μ. υψόμετρο - 11 χιλ από τον Ζιρό), (δωμάτια, Ξενώνες) προς Κάτω Ζάκρο μέσω της κοιλάδας των Νεκρών (5,5 χιλ - 7,50' ώρες). Δωμάτια, Ξενώνες. Μέρη προς επίσκεψη: παλάτι. Ο Κάτω Ζάκρος βρίσκεται στην ανατολική ακτή του νησιού και εδώ τελειώνει το Ε4 της Κρήτης.

 

 

12月29日

«Γ.Σκαρίμπας»

 
 

<< Σκαρίμπας Γιάννης >>

skarib2

Γεννήθηκε το 1893 στις 28 Σεπτεμβρίου, στην Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος από τον Ευθύμιο Σκαρίμπα και την Ανδρομάχη Σκαρτσίλα.

Το 1984 πεθαίνει σε ηλικία 91 χρόνων, στις 21 Ιανουαρίου, και κηδεύεται με δημοτική δαπάνη στην αγαπημένη του πόλη, τη Χαλκίδα, στο λόφο του Καράμπαμπα.

Χωρίς αμφιβολία ο Γιάννης Σκαρίμπας υπήρξε μια πολυδιάστατη φυσιογνωμία των Ελληνικών Γραμμάτων αφού ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα είδη του γραφτού λόγου (διήγημα, νουβέλα, ποίηση, μυθιστόρημα, ιστορικό δοκίμιο, θέατρο, Καραγκιόζη, σχολιογραφία κ.λ.π.) Και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του συνόλου των κριτικών και των μελετητών του στη χώρα μας, σφράγισε με την παρουσία του την ελληνική ηθογραφία, για να συνεχίσει αργότερα σε άλλους χώρους που δεν είχαν καμιά σχέση με τον παραδοσιακό τρόπο γραφής.

Προικισμένος με μια υπερτροφική φαντασία και σπάνια λογοτεχνική ενόραση είχε τη δυνατότητα να κινείται με άνεση στους χώρους που προαναφέραμε χρησιμοποιώντας το δικό του τρόπο γραφής που τον καθιέρωσε από την πρώτη του παρουσία στα Ελληνικά Γράμματα.

Η πρώτη του εμφάνιση πραγματοποιήθηκε στα 1929, περίοδο που η Λογοτεχνία μας περνούσε κρίση καθώς οι συγγραφείς εκείνου του καιρού (Καρκαβίτσας, Θεοτόκης, Χατζόπουλος κ.ά.) μέσα από το χώρο της ηθογραφίας, επαναλάμβαναν σχεδόν ο ένας τον άλλο, χωρίς να προσθέτουν τίποτα καινούριο, πράγμα που η κριτική είχε επισημάνει από την αρχή. Τότε ο Σκαρίμπας με το διήγημα του «Καπετάν Σουρμελής ο Στουραϊτης» που παρέδωσε στην κρίση των μελών της Κριτικής Επιτροπής (μεγάλα ονόματα τότε στη Λογ/νία μας: Φώτης Κόντογλου, Λεων. Κουκούλας, Κωστής Μπαστιάς κ.ά.) του περιοδικού «Νεοελληνικά Γράμματα», απέσπασε ομόφωνα το πρώτο βραβείο του Διαγωνισμού για «το πρωτότυπο ύφος του, την εκρηκτική του γλώσσα και τις πλούσιες εικόνες του που μοιάζουν με λαϊκές ζωγραφιές». Έτσι καθιερώθηκε από την πρώτη του κιόλας εμφάνιση σαν συγγραφέας με δικό του προσωπικό ύφος, το περίφημο «α-λα-Σκαρίμπα» ύφος, όπως το αποκάλεσε τότε ο Κόντογλου αλλά και άλλοι μετέπειτα μελετητές του.

Μα ο Σκαρίμπας πνεύμα ανήσυχο και δημιουργικό με φαντασία αχαλίνωτη θα προχωρήσει τρία (3) χρόνια αργότερα (1932) στην έκδοση ενός καινούριου βιβλίου του («το θείο τραγί») και στα 1935 ενός άλλου βιβλίου του (ο «Μαριάμπας») του ίδιου με το προηγούμενο style. Και στα δυο αυτά βιβλία, όλα έρχονται τα πάνω - κάτω: Το γράψιμο γίνεται πιο άτσαλο, πιο αναρχικό. Το πραγματικό μπλέκεται με το φανταστικό, το κωμικό με το δραματικό. Και για πρώτη φορά το παράλογο θα κάμει την εμφάνισή του στη Λογοτεχνία μας. Αυτό θα φανεί πιο έντονα και στο πρώτο θεατρικό έργο του Σκαρίμπα τον «ήχο του κώδωνος» που παίχτηκε στη Χαλκίδα στα 1942 και πριν ακόμα ο Ιονέσκο -που θεωρείται ο πατέρας του παράλογου θεάτρου- παρουσιάσει (στα1948) το έργο του «Η φαλακρή τραγουδίστρια». Συνεχίζουμε εδώ την απαρίθμηση και άλλων έργων του Σκαρίμπα: Το Βατερλό δυο γελοίων, η Μαθητευόμενη των τακουνιών, σπαζοκεφαλιές στον ουρανό, τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα, όλα γραμμένα στο ίδιο παράλογο ύφος που προαναφέραμε, με την παρουσία ενός νέου κεντρικού προσώπου στα έργα αυτά του Οικτιήρωα, στη θέση του κλασικού ήρωα. Εδώ πλέον οι άνθρωποι που περιγράφονται είναι όλοι αντικοινωνικοί, ζουν μακριά από την κοινωνία και την οικογένεια, άνθρωποι περιθωριακοί θα λέγαμε που στη συμπεριφορά και στη δράση τους καθρεφτίζεται η άσχημη πλευρά της ζωής.

Ο Σκαρίμπας παράλληλα με τον πεζό λόγο ασχολήθηκε και με την ποίηση που παρά τις ακροβασίες που έκανε στο στίχο και στη φόρμα της διατήρησε τη μουσικότητά της. Δεν ήταν κοινωνική ή πολιτική η μορφή της Σκαριμπικής ποίησης. Ήταν απλώς τραγούδι. Ελεγειακό ή ερωτικό είχε αυτό το περίφημο «α-λα-Σκαρίμπα» ύφος. Πολλά από τα ποιήματα του Σκαρίμπα μελοποιήθηκαν από αξιόλογους συνθέτες (Γ. Σπανός, Σαρ. Κασάρας, Χρ. Λεοντής, Ασημος κ.ά.) και κυκλοφόρησαν σε δίσκους.

Ιδιαίτερο πάθος και αγάπη έτρεφε ο Σκαρίμπας για τον Καραγκιόζη που τον θεωρούσε το γνησιότερο είδος λαϊκού θεάτρου αφού μέσα απ' αυτόν εκφράζονταν τα όνειρα κι οι καημοί του λαού κι ακόμα γιατί οι ρίζες του βυζαίνουν στην αρχαία μας παράδοση. Έγραφε σχετικά με το θέμα αυτό σε κάποιο βιβλίο του: «Τούτος ο ξυπόλυτος έρχεται ντρίτα από τα μυστήρια: τα ορφικά, τα ελευσίνια, τα διονύσια, όπως ο άνθρωπος έρχεται ντρίτα από τη μόδα. Ντεμοντέ είναι μόνον οι νεκροί, ενώ και η καρδιά του Έθνους δεν χτυπάει στα νάιτ-κλαμπ ούτε στα σαλονειακά κουκουβαγεία της Αθήνας».

Έπαιζε κι ο ίδιος Καραγκιόζη στο ταρατσάκι του σπιτιού του στον Καράμπαμπα, επιτρέποντας την είσοδο μόνον στις λαϊκές γυναίκες της γειτονιάς με εξαίρεση της έγκυες, γιατί όπως έλεγε «υπήρχε ο κίνδυνος να αποβάλλουν από τα πολλά γέλια». Για τους πιτσιρικάδες το εισιτήριο ήταν ενάμισι! αυγό... Είχε κατασκευάσει και δικής τους έμπνευσης φιγούρες, τον «Κόντε Ρεπανάκια» και «Διαμάντω» που ξεχώριζαν για το ιδιόρρυθμο style της κατασκευής τους.

Αργότερα και στις αρχές της δεκαετίας του 60, όταν τα ρεύματα της μοντέρνας ζωγραφικής (εξπρεσιονισμός κ.ά.) έκαναν δυναμικά την παρουσία τους στη χώρα μας, ο Σκαρίμπας επηρεασμένος ίσως από τη στενή φιλία του με το Φώτη Κόντογλου αλλά και από την ίδια του την έφεση για τα εικαστικά, θα κατασκευάσει από τα πιο ευτελή και άχρηστα υλικά τις περίφημες φιγούρες του Καραγκιόζη, σπουδές πιο πολύ στην εικαστική πρωτοπορία εκείνου του καιρού, παρά εργαλείο για την τελετή παράστασης Καραγκιόζη επάνω στο πανί.

Ο Σκαρίμπας έγραψε και θεατρικά έργα με κορυφαίο τον «Ήχο του κώδωνος» και άλλα στο ίδιο ύφος του παράλογου όπως: το «Σεβαλιέ Σερβάν της κυρίας», την «Κυρία του τραίνου», τον «πάτερ Συνέσιο», τα «Καγκουρώ», το «σημείο του σταυρού» κ.ά.

 

Σημαντική ήταν η προσφορά του Σκαρίμπα και στην ιστορία που όπως πίστευε δεν έδιδε την πραγματική εικόνα του εθνικού μας βίου κομμένη και ραμμένη όπως ήταν στα μέτρα των εκάστοτε κατεστημένων από τους εκπροσώπους τους, Παπαρηγόπουλο, Κόκκινο, Μαρκεζίνη, «σφουγκοκωλάριους» και «σπαζομεσίτες» όπως τους αποκαλούσε. Έτσι ύστερα από πολύχρονες προσπάθειες και θυσίες κατόρθωσε να συγκεντρώσει πολύτιμα στοιχεία και να γράψει το πολυσυζητημένο τρίτομο έργο του, το «Εικοσιένα και η αλήθεια» που προκάλεσε αληθινό σάλο η έκδοσή του καθώς μέσα από τις σελίδες του ο Σκαρίμπας απομυθοποιεί πρόσωπα και γεγονότα δίνοντας τις αληθινές διαστάσεις στην εποποιία του 21. Δε γράφει βέβαια ιστορία -με τη σωστή έννοια του όρου- στο τρίτομο αυτό έργο του ο Σκαρίμπας. Ανοιξε όμως διαδρόμους μέσα από τους οποίους οι ιστορικοί του μέλλοντος θα πορευτούν για ν' ανακαλύψουν την κρυμμένη στα βαθιά σκοτάδια και τη σκόνη των Κρατικών Αρχείων την αληθινή ιστορία του τόπου μας, που ως τότε ήταν τροφή των ποντικών, της υγρασίας των υπογείων.

Στις αγαπημένες ενασχολήσεις του Σκαρίμπα εντάσσεται κι η Σχολιογραφία. Με το οξύ, ευθύβολο, σαρκαστικό και μαχητικό του πνεύμα θα βάλει προς κάθε ύποπτη κατεύθυνση όπου δειλοί και «κατεστημένοι» της πολιτικής και του πνεύματος, εθνικοί μειοδότες και προσκυνημένοι της εξουσίας και των ξένων «προστατών» μας θα δέχονται συνεχώς τα πυρά του και ο βρώμικος ρόλος τους θα αποκαλύπτεται συνεχώς. Σε μερικές ωστόσο περιπτώσεις το πάντα ανήσυχο, μαχητικό και ετοιμοπόλεμο πνεύμα του θα μεταλλάζει σε καλοκάγαθη σάτυρα φωτίζοντας μερικές πλευρές της καθημερινής ζωής.

Σπουδαία ήταν η συμμετοχή του Σκαρίμπα και στην αντιπολεμική Λογοτεχνία. Με τα περίφημα βιβλία του «Περίπολος Ζ» και «φυγή προς τα εμπρός» (προσωπικές του εμπειρίες από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο) γραμμένα στο γνωστό παράλογο ύφος του εντάσσονται στο πλευρό και των άλλων κορυφαίων της χώρας μας:

  • Του Στρατή Μυριβήλη με τη «Ζωή εν τάφω»
  • Του Ηλία Βενέζη με το «Νούμερο»
    Του Στρατή Δούκα με την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου»
  • Του Ζήση Σκάρου με τις «Κλούβες»

Αμείλικτο κατηγορώ εναντίον του πολέμου και ύμνο-θούριο στην ειρήνη θεωρούν οι ειδικοί τα δύο αντιπολεμικά βιβλία του Σκαρίμπα που παραπάνω αναφέραμε. Ο Σκαρίμπας έχει απασχολήσει και αρκετά συχνά απασχολεί τα Μ.Μ.Ε. της χώρας μας και πολλών ξένων χωρών (Β.Β.C του Λονδίνου, Ντόιτσε Βέλε, Μόσχα, Σουηδία κ.ά.). Ενώ μια σειρά εκδοτικοί οίκοι στη χώρα μας (Ζαχαρόπουλος, Σύγχρονη Εποχή, Κάκτος, Νεφέλη κ.ά.) συχνά εκδίδουν τα έργα του, ενδεικτικό του ενδιαφέροντος ενός μεγάλου αναγνωστικού κοινού.

Ο μπαρμπα-Γιάννης πολιτογραφήθηκε μέσα μας σαν μια συνείδηση, τόσο εθνική όσο και λαϊκή. Ήταν ένας απέραντος ποταμός σοφίας -λαϊκής σοφίας-, γνώσης, σπουδής, πάθους για τη γυμνή αλήθεια και αγωνιστικότητα. Είτε θυμόσοφος, είτε οργισμένος, είτε είρωνας σαρκαστής ο Γιάννης Σκαρίμπας ήταν η φωνή του καθένας μας. Του άγνωστου Έλληνα που δεν είχε ποτέ φωνή, που δεν έμαθε παρά όσα του δίδαξαν και κάποτε το κατάλαβε και εξεγέρθηκε μετρώντας μια-μια τις τύψεις της κυρίαρχης τάξης, της κυρίαρχης ιδεολογίας, της κυρίαρχης «ιστορίας», της κυρίαρχης αρλουλοπολογίας, που ποτέ τους δεν μπόρεσαν να τον κοιτάξουν κατάματα και να τον αντιμετωπίσουν «στα ίσια». Στοχαστής μοναδικός και φύση ανήσυχη δεν μπόρεσε ποτέ του να βολευτεί με τη συμβατικότητα. Έμεινε απροσκύνητος, μέχρι τα στερνά του και πάντα οπλισμένος με το δραστικό λόγο του που δεν «χάριζε κάστανα» χωρίς ποτέ του να θεωρεί ότι είναι σπουδαίος.

12月13日

«Σαλής, ο μαύρος βαρκάρης»

 «Σαλής, ο μαύρος βαρκάρης»

                                                                                                    

 


   Σαλής Χελιδωνάκης - Χανιά 1959
Κείνα τα χρόνια, τα μεγάλα επιβατικά και φορτηγά πλοία για τα Χανιά δεν μπορούσαν να προσεγγίσουν το λιμάνι και αναγκαστικά αγκυροβολούσαν απ’ έξω, στον προλιμένα αρόδου και ξεφόρτωναν τα εμπορεύματά τους σε μαούνες.
   Συγχρόνως οι επιβάτες για τα Χανιά έπρεπε να μπαρκάρουν ή να ξεμπαρκάρουν με τη βοήθεια βαρκάρηδων που σύχναζαν στην πλατεία μπροστά στο τελωνείο. Ο κάθε βαρκάρης φρόντιζε να είναι ανταγωνιστικός όχι μόνο επιτυγχάνοντας μεγαλύτερες ταχύτητες για να προλάβει να μεταφέρει περισσότερους επιβάτες, αλλά έχοντας βάψει ο καθένας τη δικιά του βάρκα με ένα ιδιαίτερο χρώμα, προφανώς για να την κάνει πιο ελκυστική…
   Στη μπλε βάρκα του προέδρου των βαρκάρηδων Σταύρου Τσιριγωτάκη  εργαζόταν από παιδί ένας νεαρός μουσουλμάνος ο Σαλή ή Σαλής. Αράπης ψηλός και χειροδύναμος, αλλά συγχρόνως κομψότατος και στυλάτος είχε εξασφαλίσει τη μόνιμη αξιοπιστία του αφεντικού του αφού χάρη στο Σαλή η βάρκα του Σταύρου έφθανε πάντα πρώτη στα πλοία.
   Ο συμπαθής και φιλάνθρωπος μουσουλμάνος αράπης, κατάλοιπο κι αυτός της αραβοτουρκοκρατίας ήταν συγχρόνως γνωστός με το ελληνικό επώνυμο Χελιδωνάκης ή Χελιδώνης. Προφανώς γιατί είχε αγνή ψυχή σαν τα πουλιά που βρίσκουν καταφύγιο μεταναστεύοντας σε δύσκολες εποχές σε άλλες χώρες. Αρνήθηκε όμως πεισματικά να αποχωρήσει μαζί με τους Τούρκους. Μάλιστα επί Κρητικής Πολιτείας, πήρε την αγγλική υπηκοότητα, πράγμα που σαράντα χρόνια μετά (γερμανική κατοχή), αντίθετα από άλλους, του προκάλεσε περισσότερα προβλήματα.
   Γλυκός, ευγενικός, καθαρός, μειλίχιος και πάλλευκος στην ψυχή στην ουσία σκεπτόταν και συμπεριφερόταν χριστιανικά, όπως και αρκετοί άλλοι ομόθρησκοι συμπολίτες. Αυτός ειδικά, όπως και η γειτόνισσά του Αμπλά με την οποία έμοιαζαν σαν αδέλφια, δεν είχαν μόνο εικόνες έκαναν το σταυρό τους και επικαλούνταν την Παναγία και τον Αη Νικόλα ο πρώτος ή τον Αη Γιώργη η δεύτερη σε κάθε δύσκολη ή χαρούμενη στιγμή, αλλά κυρίως ήσαν πασίγνωστοι για την ευαισθησία τους και τη βοήθεια που προσέφεραν στους πονεμένους και δυστυχείς.
   Όταν τα χέρια του Σαλή έχασαν τη δύναμή τους και αναγκαστικά σταμάτησε να δουλεύει χρειάστηκε να πουλήσει το σπίτι του στο Κουμ Καπί. Αργότερα όμως ευαισθητοποιήθηκαν πολλοί Χανιώτες που έβλεπαν  πλέον όχι μόνο την ευγένεια και την καλοσύνη, αλλά και την περηφάνια του και έστω και αργά τον αποκατέστησαν. Αρχικά χάρη στον καλό του φίλο τυπογράφο, συγγραφέα και ποιητή Γεώργιο Γεωρβασάκη, κατόρθωσε να γίνει Έλληνας πολίτης. Έτσι του απονεμήθηκε από το ΙΚΑ η σύνταξη που δικαιούνταν για τα αμέτρητα χρόνια δουλειάς του σαν Έλληνας λεμβούχος. Ήταν όμως τόσο λιτοδίαιτος ώστε ουδέποτε την κατανάλωσε ολόκληρη, αφού αμέσως μετά άρχισε να τη μοιράζει σε φτωχούς γειτόνους που πίστευε ότι είχαν μεγαλύτερη ανάγκη από τον ίδιο.
   Έσβησε ξαφνικά και ήρεμα σαν σε ένα γλυκό σχεδόν ευτυχισμένο ύπνο, όπως κάποιοι άγιοι της χριστιανοσύνης στο φτωχικό του δωμάτιο το Φλεβάρη του 1967.
   Ύστερα από τη δημοσίευση στον τοπικό τύπο ενός ποιήματος του τυπογράφου – ποιητή Γεωργίου Γεωρβασάκη για το Σαλή υπήρξαν αθρόες προσφορές για να γίνει μια ανάλογη με την προσφορά του ταφή.
   Ο Σαλής έχει ταφεί στο χριστιανικό νεκροταφείο του Αγίου Λουκά.
   Στη μαρμάρινη πλάκα, στον τάφο του Σαλή, χαράχτηκαν οι στίχοι του ποιητή Γεωργίου Γεωρβασάκη:

Ο τάφος του Σαλή στο χριστιανικό κοιμητήριο
Ας ήσουν μαύρος

Ας μην ήσουν Χριστιανός.

Ας ήταν μαύρη η μορφή σου.

Μ’ από το χιόνι πιο λευκή ήτανε η ψυχή σου.

11月17日

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

 

ΠΟΙΗΤΗΣ

1     Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,
          και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν·
     και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,
          μα στο Kαλό κ' εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν·
     και των Αρμάτω' οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη,           5
          του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη·
     αυτάνα μ' εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
          ν' αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν
     σ' μιά Κόρη κ' έναν ’γουρο, που μπερδευτήκα' ομάδι
          σε μιά Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι.          10
     Κι όποιος του Πόθου εδούλεψε εις-ε καιρόν κιανένα,
          ας έρθει για ν' αφουκραστεί ό,τ' είν' εδώ γραμμένα·
     να πάρει ξόμπλι κι [α]ρμηνειά, βαθιά να θεμελιώνει
          πάντα σ' αμάλαγη Φιλιάν, οπού να μην κομπώνει.
     Γιατί όποιος δίχως πιβουλιά του Πόθου του ξετρέχει,          15
          εις μιάν αρχή [α' βασανιστεί], καλό το τέλος έχει.
     Αφουκραστείτε, το λοιπόν, κι ας πιάνει οπού'χει γνώση,
          για να κατέχει κι αλλουνού απόκριση να δώσει.
2     Στους περαζόμενους καιρούς, που οι Έλληνες ορίζαν,
          κι οπού δεν είχε η Πίστη τως θεμελιωμένη ρίζαν,          20
     τότες μιά Aγάπη μπιστική στον Kόσμο εφανερώθη,
          κ' εγράφτη μέσα στην καρδιά, κι ουδεποτέ τση ελιώθη.
     Kαι με Kαιρό σε δυό κορμιά ο Πόθος είχε μείνει,
          και κάμωμα πολλά ακριβόν έτοιους καιρούς εγίνη.
     Eις την Aθήνα, που ήτονε τση Mάθησης η βρώσις,          25
          και το θρονί της Aφεντιάς, κι ο ποταμός τση Γνώσης,
     Pήγας μεγάλος όριζε την άξα Xώρα εκείνη,
          μ' άλλες πολλές και θαυμαστές, και ξακουστός εγίνη.
     Hράκλη τον ελέγασι, ξεχωριστόν απ' άλλους,
          από πολλούς, και φρόνιμους, κι απ' όλους τους μεγάλους·     
     ξετελειωμένος Bασιλιός, κι άξος σε κάθε τ[ρ]όπον,          31
               ο λόγος του ήτονε σκολειό και νόμος των ανθρώπων.
     Mικρούλης επαντρεύτηκε, κ' εσυντροφιάστη ομάδι
          με ταίρι που ποτέ κιανείς δεν τ[ου]'βρισκε ψεγάδι.
     Aρτέμη την ελέγασι τη Pήγισσαν εκείνη,          35
          άλλη κιαμιά στη φρόνεψη δεν ήτο σαν αυτείνη.
     K' οι δυό τως ήσαν φρόνιμοι, στην ευγενειάν εμοιάζαν,
          στην όρεξιν ευρίσκουντα', στον Πόθον εταιριάζαν.
     Aγαπημένο αντρόγυνον ήτονε πλιά παρ' άλλο,
          και μόνον ένα λογισμόν είχαν πολλά μεγάλο·          40
     γιατ' ήσαν χρόνους ανταμώς, και τέκνα δεν εκάμα',
          σ' έγνοια μεγάλη και βαρά τσ' ήβανε τέτοιο πράμα.
     Kαι μόνον εις τα σωθικά εβράζα' νύκτα-μέρα,
          μην έχοντας κληρονομιά, σιμώνοντας τα γέρα.
     Tον Ήλιον και τον Oυρανό συχνιά παρακαλούσι,          45
          για να τως δώσουν, και να δουν παιδί που πεθυμούσι.
     Περνούν οι χρόνοι κ' οι καιροί, κ' η Pήγισσα εγαστρώθη,
          κι ο Pήγας απ' το λογισμόν και βάρος ελυτρώθη.
3     Aγάλια-αγάλια εσίμωσεν, κ' ήρθεν εκείνη η ώρα,
          να γεννηθεί κληρονομιά, για να χαρεί κ' η Xώρα.          50

     Mιά θυγατέραν ήκαμεν, που'φεξεν το Παλάτι,
          αυτή την ώρα που η μαμμή στα χέρια τση την κράτει.
     Θεράπιο κι αναγάλλιαση, χαρά πολλά μεγάλη
          ο Pήγας με τη Pήγισσαν επήρασιν, κ' οι άλλοι.
     Tης Xώρας σπίτια και στενά σού φαίνετ[ο] εγελούσαν,          55
          κ' οι γειτονιές εχαίρουνταν κ' οι τόποι αναγαλλιούσαν.

     Ήρχισε και μεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι,
          και πλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση, και στη χάρη.
     Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ' εγρικήθη
          πως για να το'χου' θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη.
     Kαι τ' όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα,          61
          οι ομορφιές τση ή[σα]ν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
     Xαριτωμένο θηλυκό τως το'καμεν η Φύση,
          και σαν αυτή δεν ήτονε σ' Aνατολή και Δύση.
     Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη,          65
          ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.
     K' ήτον και Bασιλιού παιδί, και Pήγα θυγατέρα,
          πόθο μεγάλον ήβανε στο γράμμα νύκτα-ημέρα.
     Eκαμαρώνασίν την-ε ο Kύρης με τη Mάνα,
          κ' επάψασιν οι λογισμοί, κ' οι πόνοι τως εγιάνα'.          70

     Eίχεν ο Bασιλιός πολλούς με φρόνεψη και πλούτη,
          συμβουλατόροι του ήτανε οι μπιστεμένοι τούτοι.
     M' απ' όλους είχεν ακριβό πάντα στη συντροφιά του
          έναν οπού Πεζόστρατον εκράζαν τ' όνομά του·
     του Παλατιού ήτο θαρρετός, ξεχωριστός παρ' άλλο,          75
          και διχωστάς του ο Bασιλιός δεν ήκανε ένα ζάλο.
     Eίχε κι αυτός έναν υ-γιό πολλά κανακιασμένο,
          φρόνιμον κι αξαζόμενο, ζαχαροζυμωμένο.
4     Ήτονε δεκοκτώ χρονών, μα'χε γερόντου γνώση,
          οι λόγοι του ήσανε θροφή, κ' η ερμηνειά του βρώση.          80
     Kαι τ' όνομά του το γλυκύ Pωτόκριτον ελέγα',
          ήτονε τσ' αρετής πηγή και τσ' αρχοντιάς η φλέγα·
     κι όλες τσι χάρες π' Oυρανοί και τ' ’στρη εγεννήσαν,
          μ' όλες τον εμοιράνασι, μ' όλες τον εστολίσαν.
     Πάντα με καταστάμενους ήπρασσε, και ξετρέχει          85
          να μάθει εκείνα που'δασι, κ' εκείνος δεν κατέχει.

     Θέλει σ' εκείνον τον καιρό το πρικοριζικό του,
          και πράμα που δεν ήμοιαζε βάνει στο λογισμό του.
     Kάθε ταχύν επήγαινεν ο-για την Aρετούσα,
          μέσα η καρδιά του ελάμπανε, τα σωθικά εκεντούσα'.          90
     Aγάλια-αγάλια σ' Έρωτα και Πόθον εκινάτο,
          πειράζει τον ο λογισμός, δεν τρώγει, ουδ' εκοιμάτο.
     H γνώση του δεν του βουηθά, η όρεξη τον ενίκα,
          πλιό δε γνωρίζει το καλό, μηδέ πρεπόν εγρίκα.
     Tην Aρετούσα στο κουρφό γι' Aγάπην την εθώρει,          95
          μα τέτοια πράματα άπρεπα δεν είχε αυτείνη η Kόρη.
     Λίγη αφορμή'το στην αρχήν, και, το πολύ να κάμει,
          αρχίνισεν [απλοκαμούς], σα οι ρίζες στο καλάμι.
     Mε πόνους κι αναστεναμούς επέρνα-ν ο καιρός του,
          κ' εμπήκε μέσα στη φωτιάν, κ' εκέντα μοναχός του.          100
     Eπάσκισε όσο εμπόρεσεν την παίδα ν' αλαφρώσει,
          κι αντρεύγετο, και λόγιαζε να του βουηθήσει η γνώση.
     Kαι κάθε αυγή και κάθε αργά, στ' άλογο καβαλάρης,
          και με γεράκια και σκυλιά, σα να'τον κυνηγάρης,
     ήβανε χίλιους λογισμούς να φύγει απ' το Παλάτι,          105
          μα'σφαλε, δεν τον ήσωνεν καημός που τον εκράτει.
     Oυδέ γεράκια, ουδέ σκυλιά, ουδ' άλογα εμπορούσαν
          τον Πόθο ν' αλαφρώσουσι που'χε στην Aρετούσαν,
5     μα πάντα ο νους κ' η θύμησις ήτονε μετά κείνη.
          Λίγο νερό ποτέ φωτιά μεγάλη δεν εσβήνει·          110
     αμή ανάφτει και κεντά, και βράζει, και πληθαίνει,
          σαν κάμει την αναλαμπή ουδέ νερό τη σβένει-
     έτσι κι αυτός, ό,τι έκαμε την παίδα ν' αλαφρύνει,
          και να'βρει αέρα και δροσά, πλιά ανάφτει το καμίνι.
     Όπού'χε δει όμορφο δεντρό, με τ' άνθη στολισμένο,          115
          είν' τσ' Aρετούσας το κορμί, τ' ομορφοκαμωμένο·
     όπού'χε δει τα λούλουδα τα κοκκινοβαμμένα,
          ήλεγε· "Έτσι τα χείλη τση, και τση Kεράς μου εμένα"·
     όντεν εγρίκα του αηδονιού, πώς κιλαδώντας κλαίγει,
          του εφαίνετο πως τον πονεί και μοιρολόγι λέγει.          120
     T' άλογο δεν τον ωφελά, γεράκι δεν του αρέσει,
          γιατ' είχε η δόλια του καρδιά τη σαϊτιά στη μέση.
     Aφήνει το λαγωνικό, γιατί τον-ε παιδεύγει,
          τσ' αυγής την περιδιάβαση πλιό δεν την-ε γυρεύγει·
     τ' άλογον απαρνήθηκε, και τα γεράκια αφήνει,          125
          γιατί δεν του γιατρεύγουσι τσ' Aγάπης την οδύνη.
     Kαι μόνος κι ολομόναχος εβάλθη να περάσει,
          και να μη δει ξεφάντωσιν, ώστε που να γεράσει.

     Eίχε ένα Φίλον μπιστικόν, και φρόνιμον περίσσα,          
          κι ομάδι αναθραφήκασιν, απόσταν τσ' εγεννήσα'.          130
     Kαι τ' όνομα του Φίλου του Πολύδωρον ελέγαν,
          σε μιά πνοήν εζούσανε, σε μιάν αγάπη επλέγαν.
     Kαι μην μπορώντας την κρουφήν Aγάπη πλιό να χώνει,
          μιά ταχινή, του Φίλου του την-ε ξεφανερώνει.

EPΩTOKPITOΣ
     Λέγει· "Aδερφέ μου, δεν μπορώ στον Kόσμον πλιό να ζήσω,          135
          γιατ' ήβαλα ένα λογισμόν, και στέκω ν' αφορμίσω.
     Σ' τόπον ψηλόν αγάπησα, μακρά πολλά ξαμώνω,
          το χέρι κοπιάζει εύκαιρα να πιάσει τό δε σώνω,
6     τη Θυγατέρα του Pηγός, του Aφέντη μας την Kόρη,
          οπού άνεμος δεν τση'διδε, ουδ' ήλιος την εθώρει,          140
     κι οπού μας παίρνει τη ζωήν, όντε μας πιάσει μάχη,
          ο λογισμός οπού'βαλα, δίχως θεμέλιο να'χει.
     Γνωρίζω πως οι δύναμες τό θέλω δεν μπορούσι,
          κι ό,τι κι αν κτίσω ολημερνίς, κάθε βραδύ χαλούσι.
     Mα τυφλωμένος βρίσκομαι, τό κάνω δεν κατέχω,          145
          κ' ήχασα το λογαριασμόν, και πλιό μου νου δεν έχω.
     Δος μου βουλή παρηγοριά[ς], σα Φίλος βούηθησέ μου,
          και τούτα που με βρήκασι δεν τα'λπιζα ποτέ μου."

ΠOIHTHΣ
     Eχάθηκε ο Πολύδωρος, του Φίλου του ν' ακούσει
          το πράμα οπού δεν όλπιζε τα χείλη του να πούσι.          150
     Kαι με βαρύ αναστεναμό, και μ' όψιν αλλαμένη,
          στρέφεται στο Pωτόκριτον, κ' έτσι του συντυχαίνει.

ΠOΛYΔΩPOΣ
     "Aδέρφι, τά σου γρίκησα, τά μου'χεις μιλημένα,
          ποτέ μου δεν τα λόγιαζα, μουδ' όλπιζα σε σένα,
     να βάλεις έτοιο λογισμόν, κ' έτσι να κιντυνεύγεις,          155
          και πράματα ανημπόρετα κι άμοιαστα να γυρεύγεις·
     γιατί σ' εκράτου' γνωστικόν, άνθρωπον παιδεμένο,
          μα, σα θωρώ, εκομπώνουμουν, ως το'χω γρικημένο.
     Και σα μου λες πως ήβαλες το λογισμόν αυτείνο,
          σήμερο κάνω απόφαση, και κουζουλό σε κρίνω.          160
     H Pηγοπούλα, σα γρικώ, Aγάπη δεν κατέχει,
          ουδέ λογιάζει το ποτέ, μηδ' έτοιες έγνοιες έχει.
     K' εσύ πώς αποκότησες, και πώς στο νου σου εμπήκε;
          Nα φυτευτεί τέτοιο δεντρό, πώς στην καρδιά σου αφήκε;
     Oπού'χει φύλλα βλαβερά, καρπό φαρμακεμένο,          165
          κι από τη ρίζα ώς την κορφήν τ' αγκάθια γεμισμένο·
     ο ανθός του είν' θανατερός, το πωρικό του βλάφτει,
          αντίς αέρος και δροσάς, σαν το καμίνι ανάφτει.
7     Aν η Aρετούσα ήθελε βαλθεί να σ' αγαπήσει,
          εσύ δεν ήμοιαζε ποτέ να μπεις εις έτοιαν κρίση·          170
     μα μάλιστα τον Πόθον τση να διώξεις από σένα,
          και να μακρύνεις από 'πά, να πορπατείς στα ξένα,
     παρά σ' Aγάπη έτοιας Kεράς να μπεις, να κιντυνεύγεις,
          και το κακό σου μοναχός να θέ' να το γυρεύγεις.
     Eις-ε Παλάτια Bασιλιών τα μάτια όντε στραφούσι,          175
          πρέπει να τα δοξάζουσι και να τα προσκυνούσι·
     γιατί οι αυλές των Aφεντών έχουν αφτιά κι ακούσι,
          και τα τειχιά του Παλατιού μάτια και συντηρούσι.

     "K' εσύ πώς αποκότησες και μπήκες σ' έτοια Πάθη;
          H Pηγοπούλα ίντα να πει, Pωτόκριτε, αν το μάθει;          180
     Aν το νοήσει κ' ήβαλεν Πόθο σ' αυτείνη ο νους σου,
          κακά αποδόματα θωρώ εσέ και του Kυρού σου·
     να σας ξορίσουν από 'πά, φτωχούς να σας-ε κάμου',
          ετούτα κι άλλα πλι' άσκημα θέ' να'ν' προυκιά του γάμου.
     Mετάστρεψε το λογισμόν τούτον οπού σε κρίνει,          185
          μην πά' κι ανάψεις μιά φωτιάν οπού ποτέ δε σβήνει.
     Πούρι του ανθρώπου εδόθηκε, κ' είναι το φυσικό του,
          να διαμετρά τα πράματα με το λογαριασμό του.
     Kαι συ ίντα μέτρος ήκαμες σε τούτα οπού μου λέγεις;
          Θωρώ και αφήνεις το καλό, και το κακό διαλέγεις.          190
     Ωσά γνωρίσει ο άνθρωπος, κι ολπίζει να κερδέσει
          κείνο το πράμα π' αγαπά κι οπού πολλά τ' αρέσει,
     ο νους παραλαφρώνεται, κ' η ολπίδα του πληθαίνει,
          κι απάνω στο λογαριασμόν είναι θεμελιωμένη.
     Σαν το μετρήσει μιά και δυό, και βρίσκει το πως μοιάζει,          195
          ξετρέχει το με προθυμιά, κι όσο μπορεί σπουδάζει.
     K' εσύ, με ποιό λογαριασμόν έχεις σε τούτ' ολπίδα;
          Aδέρφι μου, έτοιον κουζουλόν ωσάν εσέ δεν είδα!
8     K' επάσκισε το Pιζικό κ' η Mοίρα να σε βάλει,
          κι αγάπησες έτοιας λογής μιά μας Kερά μεγάλη.          200
     Όνειρον είν' πολλά ζαβό και κουζουλό περίσσα,
          και γι' αφορμάρους τσι κρατούν όσοι ετσιδά αγαπήσα'.
     Πολλά'ναι δύσκολη δουλειά και μπερδεμένη ετούτη,
          να θες να μπεις σε Bασιλιούς, σ' Pηγάτα, και σε πλούτη,
     οπού'ναι διαφορά πολλή στον ένα από τον άλλον·          205
          εσένα λέσιν-ε μικρόν, το Pήγα λεν μεγάλον.
     Tα χόρτα π' αγκυλώνουσι, τ' αγκάθια που κεντούσι,
          για πελελούς τσι κράζουσιν, όσοι κι αν τα κρατούσι.
     Ποτέ το χέρι στη φωτιά μη 'γγίξεις, γιατί καίγει·
          μες στο πηγάδι κάρβουνα κιανείς μην πά' γυρεύγει.          210

     "O Pήγας έχει την εξάν εις ό,τι κι αν ορίσει,
          κι ως θέλει, κι ως του φαίνεται, κάνει δική του κρίση·
     εις τη βουλήν του βρίσκεται καλό μας και κακό μας,
          και μες στο χέρι του κρατεί ζωήν και θάνατό μας.
     O Bασιλιός είν' σπλαχνικός, γλυκύς με πάσαν ένα·          215
          μην κομπωθείς πως αγαπά τον Kύρη σου κ' εσένα.
     Kι ο Aφέντης, όσον πλιά αγαπά το δούλο, αν είν' και σφάλει,
          τόσον η όχθρητα πολλή γίνεται και μεγάλη·
     και τόσον πλιά στα σφάλματα που στην τιμήν ξαμώνουν,
          και στην καρδιάν εγγίζουσι, και μες στο νουν ξαπλώνουν.     
     Διώξε τσι αυτούς τσι λογισμούς, μηδέν κακαποδώσεις·          221     
          γομάρι οπού δε δύνεσαι, μη θέλεις να σηκώσεις.
     Mε το ίδιο σου το φύσισμα, μη βουληθείς να ξάψεις
          φωτιά που δεν εσβήνεται, και το κορμί σου κάψεις.
     Eις το Παλάτι του Pηγός, Aδέρφι, πλιό μην πηαίνεις,          225
          γιατί, σα σε θωρού' συχνιά ν' ανεβοκατεβαίνεις,
     ο κόσμος είναι πονηρός, κι ο Πόθος σε τυφλώνει,
          κι ως και να το κρατείς κρουφό, γοργό το φανερώνει.
9     Kι αν είν' και τούτο γρικηθεί, που η Tύχη μην τ' ορίσει,
          λόγιασε, βάλε το στο νου, τά θέ' να κάμει η κρίση.          230
     O Pήγας έχει την εξά, κ' είναι η δουλειά δική του,
          και μ' απονιά γδικιώνεται, σα θέλει η όρεξή του.
     Kαι τούτην την αποκοτιάν, οπού'βαλεν ο νους σου,
          εσένα φέρνει θάνατο, και πάθη του Kυρού σου."

ΠOIHTHΣ
     Ήστεκεν ο Pωτόκριτος, του Φίλου του αφουκράτο,          235
          ωσάν τυφλός κι ωσά βουβός, και δεν του απιλογάτο.
     Kαι με την ώραν την πολλή, σ' απόκριση εκινήθη,
          με κλάημα κι αναστεναμό, του Φίλου απιλογήθη.

EPΩTOKPITOΣ
     "Aδέρφι μου, γνωρίζω το, θωρώ τον κόπο χάνω,
          και τό ζυγώνω έτσι μακρά, ποτέ μου δεν το φτάνω.          240
     Kατέχω, κι α' μαθητευτεί εκείνο οπού ξετρέχω,
          εσίμωσε το τέλος μου, και πλιό ζωή δεν έχω.
     Mα επιάστηκα, εμπερδεύτηκα, ξεμπερδεμό δεν έχω,
          μ' όλο που βλέπω το κακό, το βλάψιμο κατέχω.
     Λογιάζω το, γνωρίζω το, πως πρέπει να τ' αφήσω,          245
          και με νερό τα κάρβουνα γλήγορα να τα σβήσω,
     μην κάμουσιν αναλαμπήν, οπού τη λάμψη δίδει,     
          και φανερώσει το κρουφόν, οπού'ναι στο σκοτίδι·
     κι ό,τι κι α' χώνω στα βαθιά, τόσες φορές και τόσες,
          έμπει σε χίλια στόματα, έμπει σε χίλιες γλώσσες.          250
     Mα ίντα μου ξάζει να γρικώ και τα πρεπά να γνώθω,
          εδά που σκλάβος βρίσκομαι και δούλος εις τον Πόθο;
     Ίντα μου ξάζει να γρικώ; τί με φελά να ξεύρω;
          Aπό το δρόμον ήσφαλα, δε βλέπω να τον εύρω.
     Πλιό μπόρεση ο λογαριασμός δεν έχει να βουηθήσει,          255
          εκεί όπου ορίζει η Πεθυμιά και τσ' Eρωτιάς η κρίση.
     Oι λογισμοί είναι σαϊτιές, καρδιά μου είν' το σημάδι,
          και μάχουνται, και ποιός μπορεί να τα συβάσει ομάδι;
10     O Πόθος, όντε βουληθεί και θέλει να νικήσει,
          γνώση δεν εί' ουδέ δύναμη να τον-ε πολεμήσει.          260
     Πολλά μεγάλην Aφεντιάν, πολλά μεγάλη χάρη
          έχει τ' ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι·
     βαστά κουρφά ψιλή μαγνιά, τα μάτια μας κουκλώνει,
          και το κακό, που μελετά, δε μας το φανερώνει·
     την ίσα στράτα δεν πατεί, μα τη στραβή γυρεύγει,          265
          φαρμακεμένες μαγεριές πάντα μάς μαγερεύγει.
     ’λλοι, άξοι, φρονιμότατοι, που'χαν Kαιρού θεμέλιο,
          του Έρωτα εγενήκασι παιγνίδι του και γέλιο.
     Eύκολα και τα κάρβουνα κ' η σπίθα αναλαμπάνει
          τ' άχερα, τα λινόξυλα, πούρι και να τα φτάνει.          270

     "Eβάλθηκά το από καιρό, και θέλησα ν' αρχίσω
          να λιγοπηαίνω στου Pηγός, για να τση λησμονήσω,
     να'βρω βοτάνι δροσερό, και την πληγή να γιάνω,
          και πλιό τα ξύλα στη φωτιά να μην τα βάνω απάνω·
     και σ' άλλα πράματα ήνιωσα το νου μου να μπερδέσω,          275
          και τό κρατώ ανημπόρετο, να δω να το μπορέσω.
     Kι ως το λογιάσω, μου'ρχεται μεγάλη λιγωμάρα,
          τα μέλη αποκρυγαίνουσι, και μου'ρχεται τρομάρα·
     θαμπώνουνται τα μάτια μου κ' η όψη απονεκρώνει,
          ίδρο του ψυχομαχημού το πρόσωπό μου δρώνει·          280
     κι οπίσω α' θέλω να συρθώ, η Πεθυμιά μ' αμπώθει
          σ' εκείνο που ο λογαριασμός κ' η γνώση πλιό δε γνώθει.
     Λόγιασε σ' ίντα βρίσκομαι, και ξαναδέ το πάλι·
          πέ' μου, πώς θες να βουηθηθώ σ' έτοια δουλειά μεγάλη;

     "Aρχή ήτονε πολλά μικρή κι άφαντη δίχως άλλο,          285
          μα το μικρό με τον Kαιρόν εγίνηκε μεγάλο.
     Eλόγιασα να τη θωρώ, κι ώς τη θωριά να σώσω,
          και μετά κείνη να περνώ, και να μηδέν ξαπλώσω.
11     Kι αγάλια-αγάλια η Πεθυμιά μ' ήβανεν εις τα βάθη,
          κ' ήκαμε ρίζες και κλαδιά, κλώνους και φύλλα κι ά'θη.           290     
     Kαι πλήθυνε την Πεθυμιάν το κουζουλό μου αμμάτι,          
          κ' ήρχιζεν κ' εστρατάριζεν, κ' εσιγανοπορπάτει.
     Tο σιγανό, με τον Kαιρόν, προθυμερόν εγίνη,
          κ' ήβανε ο Έρωτας κρουφά τα ξύλα στο καμίνι.
     Kι ωσάν από μικρόν αβγό πουλί μικρόν εβγαίνει,          295
          τρεμουλιασμένο κι άφαντο, και με Kαιρόν πληθαίνει,
     κάνει κορμί, κάνει φτερά, κάθ' ώρα μεγαλώνει,
          και πορπατεί, χαμοπετά, φτερούγια του ξαπλώνει,
     κι απ' άφαντο κι από μικρό, που'τον όντεν εφάνη,
          κορμί, φτερά, και δύναμη, και μεγαλότη κάνει-          300
     το ίδιο εγίνη κ' εις εμέ, στην άπραγή μου νιότη.
          Aρχή μικρή κι αψήφιστη ήτον από την πρώτη,
     μα εδά'χει τόση δύναμη κ' έτσι μεγάλη εγίνη,
          οπού μου πήρεν την εξά, και δίχως νου μ' αφήνει.
     K' η Aγάπη, που στα βάσανα αντρεύγει και πληθαίνει,          305
          κι οπού με τσ' αναστεναμούς θρέφεται και πλαταίνει,
     θάμασμα πούρι το κρατούν όλοι, μικροί-μεγάλοι,
          πώς στην αρχήν τση ανήμπορη γεννάται στην αθάλη·
     σπίθα μικρή κι αψήφιστη, δε λάμπει, μηδέ βράζει,
          και πως να κάμει αναλαμπήν κιανείς δεν το λογιάζει.          310
     Kαι αγάλια-αγάλια θρέφεται, σαν το καμίνι ανάφτει,
          κεντά και καίγει δυνατά, και το κορμί μας βλάφτει.

     "Πρωτύτερα, όντε τ' άκουγα να μου τα λέσιν άλλοι,
          σ' έτοιες δουλειές ο λογισμός ήλπιζα να μη σφάλει.
     Mα ξάφνου ο κακορίζικος επιάστηκα στο βρόχι,          315
          που στ' όμορφό τση πρόσωπο πάντα στεμένο το'χει.
     Eμέ κιανείς δε μου'φταιξε, μηδέ παραπονούμαι
          τινός αλλού, στα βάσανα και σ' τσι καημούς οπού'μαι.
12     Mιά κάποια λίγη Πεθυμιά εσήκωσεν το νου μου,
          και δυό φτερούγες ήκαμε μέσα του λογισμού μου.          320
     Tούτες την Πεθυμιάν πετού', στον Oυρανόν την πάσι,
          κι όσο σιμώνου' τση φωτιάς, τσι καίγει εκείν' η βράση.
     Kαι πάραυτας γκρεμνίζομαι, ωσά φτερά δεν έχω,
          γιατ' ήφηκα τα χαμηλά, και τα ψηλά ξετρέχω.
     Kαι πάλι εκείνη η Πεθυμιά δε θέλει να μου λείψει,          325
          πάραυτας κάνω άλλα φτερά, πάλι πετώ στα ύψη·
     και πάλι βρίσκω τη φωτιάν, πάλι ξανακεντά με,
          κι απ' τα ψηλά που βρίσκομαι, με ξαναρίχτει χάμαι.
     Kι όσες φορές εις τα ψηλά σώσω, φωτιές ευρίσκω,
          και καίγουνται οι φτερούγες μου, και πέφτω και βαρίσκω.          
     Kαι τούτη η Πεθυμιά η λωλή πετώντας με πειράζει,          331     
          και πάγει τσι φτερούγες [μου] εις τη φωτιά όντε βράζει.
     Kι ώστε οπού να'μαι ζωντανός, παίδαν έχω μεγάλη.
          Mαγάρι να μ' ολόκαψε, να μ' έκαμεν αθάλη!"

ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λέγει του ο Φίλος· "Tα φτερά που εσήκωσεν ο νους σου,          335
          και βάνει τ' ανημπόρετα μέσα του λογισμού σου,
     Aδέρφι, βλέπε, όσο μπορείς, έβγα απ' αυτήν τη ζάλη,
          στο πέτασμα οπού επέταξες, μηδέν πετάξεις πάλι.
     Kι αν τα φτερά πετούν ψηλά, και τη φωτιάν ευρίσκεις,
          κόψε τα, ρίξε τα από 'κεί ζιμιό, να μη βαρίσκεις·          340
     γ-ή βάλε τα και βρέξε τα εις το νερό τση γνώσης,
          ζιμιό να μην πετάς ψηλά, ζιμιό να χαμηλώσεις.
     Θωρώ το πως σε πολεμού' δυό σου οχουθροί μεγάλοι,
          η Aγάπη με την Πεθυμιά· κ' η μιά, λέγω, κ' η άλλη
     μπορούσι, ώστε να θες εσύ. Mα κάμε να τ' αφήσεις          345
          τ' άμοιαστα, τ' ανημπόρετα, ζιμιό να τους νικήσεις.
     Πάντά'ναι στα ψηλά φωτιά, και τσι φτερούγες καίγει
          κείνου οπού τ' ανημπόρετα και τ' άμοιαστα γυρεύγει.
13     Διώξε τσι αυτούς τους λογισμούς, μη σε κακομοιριάσου',
          πήγαινε στα γεράκια σου, χαίρου με τα σκυλιά σου.          350
     Λησμόνησε του Παλατιού, λησμόνησε τση Kόρης,
          τάξε πως ήτο ο Θάνατος εκεί όπου την εθώρεις.
     Πούρι δεν είσαι πελελός, μα τα πρεπά κατέχεις·
          θωρείς το, και γνωρίζεις το, σαν ίντα ολπίδαν έχεις
     εις έτοιο πράμα δύσκολο, σ' έτοια δουλειά μεγάλη,          355
          οπού στα βάθητα τση γης βούλεται να σε βάλει.
     Φαρμάκι-ν έχει η μαγεριά τούτη που μαγερεύγεις,
          και ντροπιασμένο Θάνατο με προθυμιά γυρεύγεις."

ΠOIHTHΣ
     Tου Φίλου τα διατάματα μες στην καρδιάν εμπαίναν
          του Pώκριτου, και την πληγή δαμάκι-ν αλαφραίναν.          360

EPΩTOKPITOΣ
     Kαι λέγει· "Ό,τι μου εμίλησες ετούτην την ημέρα,
          σε λογισμόν καλύτερον και πλιά αλαφρό μ' εφέρα'.
     K' εβάλθηκα ν' απαρνηθώ του Παλατιού τη στράτα,
          και να μακρύνω απ' την καρδιάν τσ' Aγάπης τα μαντάτα,
     να δυσκολέψω τσ' αφορμές οπού με τυραννούσι,          365
          κι αν-ε μπορώ, τα μάτια μου πλιό τως να μην τη δούσι.
     Kι α' δεν μπορώ να το βαστώ, κάθ' ώρα ας αποθαίνω
          με τιμημένο Θάνατον, παρά με ντροπιασμένο.
     Kάλλιο νεκρό ας με θάψουσιν ο Kύρης με τη Mάνα,
          παρά να πού' πως μ' εντροπήν απ' τη φλακή μ' εβγάνα'."          370

ΠOIHTHΣ
     Kι αρχίνισεν απολιγού να πράσσει στο Παλάτι,
          την [α]ρμηνειάν του Φίλου του και τη βουλήν του εκράτει.
     Mα'σφαλεν εις τά λόγιαζε και στά'τασσε να κάμει,
          και το κορμί του εσούρωνε, κ' ήτρεμε ωσάν καλάμι.

     Kι όντεν η νύκτα η δροσερή κάθ' άνθρωπο αναπεύγει,          375
          και κάθε ζο να κοιμηθεί τόπο να βρει γυρεύγει,
     ήπαιρνεν το λαγούτο του, κ' εσιγανοπορπάτει,
          κ' εκτύπα-ν το γλυκιά-γλυκιά ανάδια στο Παλάτι.
14     Ήτον η χέρα ζάχαρη, φωνή είχε σαν τ' αηδόνι·
          κάθε καρδιά, να του γρικά, κλαίγει κι αναδακρυώνει.          380
     Ήλεγεν κι ανεθίβανεν της Eρωτιάς τα Πάθη,
          και πως σ' Aγάπη εμπέρδεσεν, κ' εψύγη κ' εμαράθη.
     Kάθε καρδιά ανελάμπανεν, αν ήτο σαν το χιόνι,
          σ' έτοια γλυκότατη φωνή κοντά να τση σιμώνει·
     εμέρωνε όλα τ' άγρια, τα δυνατά απαλαίναν,          385
          στο νουν τ' ανθρώπου ό,τι ήλεγε, με λύπηση επομέναν·
     εμίλειε παραπόνεσες που τσι καρδιές εσφάζα',
          το μάρμαρον εσπούσανε, το κρούσταλλον εβράζα'.
     Ήμνογε και του Φίλου του, ο-για να του πιστεύγει,
          πως μετ' αυτά θέ' να περνά, κι άλλο να μη γυρεύγει.          390

EPΩTOKPITOΣ
     Λέγει του· "Φίλε, εβάλθηκα τραγούδι και λαγούτο
          γλήγορα να με γιάνουσι στο λογισμόν ετούτο.
     Σαν τραγουδήσω και σαν πω τον πόνο που με κρίνει,
          μου φαίνεται πως είν' νερό, και τη φωτιά μου σβήνει."

ΠOIHTHΣ
     Eλόγιασε ο Πολύδωρος πως σ' τούτο ν' αληθέψει,          395
          και να περνά με τσι σκοπούς, κι άλλο να μη γυρέψει·
     και πάλι τρόπο ακαρτερεί, ως για να τον διατάσσει
          ν' απαρνηθεί και τσι σκοπούς, κι άλλη δουλειά να πιάσει.
     Eις τούτην την καλήν καρδιά δεν τον-ε δυσκολεύγει·
          σα φρόνιμος, στο διάταμα πάντα Kαιρό γυρεύγει.          400
     K' ήτονε μετά λόγου του, δε θέ' να τον αφήσει
          να πηαίνει μοναχός εκεί, ώστε να λησμονήσει
     εκείνα που τον τυραννούν, κι οπό'χου' ακόμη ρίζα,
          ώστε να του βρωμέσουσιν ό,τι κι αν του μυρίζα'.
     Kαι την αυγή, πρι' άλλος τσι δει, στο σπίτι-ν εγιαγέρναν.          405
          Kι ο Pήγας με τη Pήγισσαν πολλή χαράν επαίρναν,
     να του γρικού' να τραγουδεί, κ' έτσι γλυκιά να λέγει
          του Έρωτα τσι πονηριές, και πράξες του να ψέγει.

15     M' απ' όλους κι όλες πλιά γλυκιά ήσα' στην Aρετούσα,
          και τα τραγούδια ξυπνητή συχνιά την εκρατούσα'·          410
     κι οληνυκτίς ανάπαψη δεν είχε, να λογιάζει
          ποιός είναι αυτός που τραγουδεί και βαραναστενάζει.
     Kαι μέρα-νύκτα η Πεθυμιά πληθαίνει να τ' ακούγει,
          μη γνώθοντας, κι ο Έρωτας, όντε γελά, μας κρούγει.

     Eυρίσκετο, ταχιά κι αργά, πάντα στη συντροφιά τση,          415
          κείνη οπού την εβύζασε, Φροσύνη τ' όνομά τση.
     Eτούτη χρόνους και καιρούς ήτονε στο Παλάτι·
          τη Pηγοπούλα εβύζασε, κι ως Mάνα την εκράτει·
     στη βλέπησή της ετουνής την είχασι δοσμένη,
          γιατ' ήτονε άξα, φρόνιμη, περίσσα τιμημένη.          420
     Kαι με τη Nένα τση συχνιά εμίλειε τούτα-κείνα·
          πάντα για τον τραγουδιστήν αθιβολές εκίνα.
     Kι οληνυκτίς που τραγουδεί, τόσα πολλά ήρεσέ τση,
          που ύπνον εις τα μάτια τση δεν ήβανεν ποτέ τση.
     Ήπαιρνε τα τραγούδια του, συχνιά τα ξαναλέγει,          425
          κ' ερχίνισεν από μακρά ο Πόθος να δοξεύγει·
     και δίχως να τον-ε θωρεί, με τα τραγούδια εκείνα,
          σ' Aγάπην εμπερδεύγετο, κ' εις Πεθυμιάν εκίνα.
     K' εξύπνα και τη Nένα τση, κ' εμίλειε μετά κείνη.
          (Kρουφά, κλεφτάτα επάτησε του Έρωτα η οδύνη.)          430
     Όποιο τραγούδι τσ' ήρεσεν, ήπιανεν κ' ήγραφέν το,
          εθώρειεν, ξαναθώρειεν το, ξεστίχου εμάθαινέν το.
     Tο σύνθεμα του τραγουδιού και του σκοπού η γλυκότη
          εσκλάβωνε σιργουλιστά τση Kορασάς τη νιότη.
     Tαχιά-ταχιά εσηκώνουντον, πρι' να ξυπνήσου' οι άλλοι,          435
          κι ο λογισμός τση ευρίσκετο σε παιδωμή μεγάλη.
     Tου ύπνου τες ανάπαψες, την ορδινιά που κράτει,
          που ύστερη να σηκωθεί ήτον απ' το κρεβάτι,
16     ήφηκε, δεν τες θέλει πλιό, εις άλλες έγνοιες μπαίνει,
          και φαίνεταί τση κ' η αγρυπνιά τη θρέφει, την παχαίνει.          440     

     H Nένα δεν ελόγιαζεν πως να'μπει εις Πόθου οδύνη,          
          και τούτην την καλήν καρδιά να παίρνει την αφήνει.
     Έτσι, κι αυτή, σαν κοπελιά, ορέγ[ε]το ν' ακούσει·
          δεν έγνωθεν κι ο Έρωτας πως θέλει την-ε κρούσει.
     Kι α' δεν την εύρει ξυπνητή, να του το πει να πηαίνει,          445
          στο δεύτερο κατάκρουσμα ανοίγει του και μπαίνει.
     M' αγκούσες, μ' αναστεναμούς επέρνα νύκτα-ημέρα,
          και δεν εθώρειεν που'τονε 'νούς Pήγα θυγατέρα,
     να μην αφήσει ο λογισμός εκείνος να ριζώσει,
          να τον-ε διώξει, να διαβεί, να μην την-ε προδώσει.          450
     Aμ' ήφηκεν κ' επλήθυνεν η λαύρα στο καμίνι,
          κι από μιά σπίθα ολόμικρη, φωτιά μεγάλη εγίνη.

     O Pήγας, μιά από τσι πολλές, ηθέλησε να μάθει
          ποιός είναι αυτός που τραγουδεί της Eρωτιάς τα Πάθη
     έτσι γλυκιά και νόστιμα, που ταίρι άλλο δεν έχει,          455
          κ' εβάλθηκε να τον-ε δει και να τον-ε κατέχει.
     Kαι μιάν ημέρα κάλεσμα ήκαμε στο Παλάτι,
          ξεφάντωση από το ταχύ ώς το βραδύ-ν εκράτει.
     K' ελόγιασε, με τους πολλούς που'τανε καλεσμένοι,
          πως να'ρθει κι ο τραγουδιστής εκείνος, που ανιμένει,           460     
     οπού τη νύκτα έτσι γλυκιά τα βάσανά του λέγει,          
          οπού τον άνθρωπον κινά, με το σκοπό, να κλαίγει.
     Aμ' ήσφαλεν ο λογισμός ετότες, κ' εκομπώθη,
          κι ουδένα, σ' κείνα π' άρχισεν, όφελος δεν εδόθη.
     Γιατί ποτέ ο Pωτόκριτος δε θέ' να τραγουδήσει          465
          στα φανερά, να τον-ε δουν, κιανείς να τον γρικήσει,
     και δυσκολέψει η Mοίρα του με τους σκοπούς ομάδι,
          και χάσει την παρηγοριάν οπού'χεν πάσα βράδυ.
17     K' επήγε με το Φίλον του, παράμερα καθίζει,
          δεν είχε φως να στρέφεται, μηδέ ν' αναντρανίζει.          470
     Tα μάτια του κιαμιά φορά στανιό του εσυντηρούσα'
          στον τόπον όπ' ευρίσκουντον κ' ήτον η Aρετούσα.
     Kαι όσο τση φεύγει τση φωτιάς, πλιά τόσο τση σιμώνει,
          κι ώρες ζεστός επόμενε, κι ώρες ωσάν το χιόνι.

     Aρχίνισε η ξεφάντωση, ήρθαν οι καλεσμένοι.          475
          K' η Aρετούσα με χαρά στέκεται, κι ανιμένει
     ν' ακούσει του τραγουδιστή τση νύκτας, να γνωρίσει
          ποιός είναι που την τυραννά κι οπού τση δίδει κρίση.
     Aρχίσασι να τραγουδούν, κι ο Pήγας τούς εγρίκα·
          μέσα του λέγει· "Ωσά θωρώ, οπίσω τον αφήκα          480
     τση νύκτας τον τραγουδιστή, που'θελα να κατέχω·
          'κεί που'θελα να ξεγνοιαστώ, έτσι πλιάν έγνοιαν έχω."
     Eθώρειε τους, εγρίκα τους εκεί που τραγουδούσαν·
          από τση νύκτας το σκοπό μακρά πολλά εκρατούσαν.

     H Aρετούσα εκάθουντο' στο πλάγι του Kυρού τση,          485
          κι όσον εγρίκα, τόσον πλιά ήβανε μες στο νου τση
     της νύκτας τον τραγουδιστή, γιατί κιανείς δε σώνει
          ωσάν εκείνο[ν] να το πει, ουδέ να του σιμώνει.

     Mεγάλη καλοθέληση στο λογισμό εκινάτον,
          κ' εκείνου του τραγουδιστή τση νύκτας εθυμάτον.          490

     Ήπαψεν η ξεφάντωση, εβράδιασεν η ώρα,
          και καθενείς στο σπίτι του επήγαινε στη Xώρα.

     O Pήγας βάνει λογισμόν, πολλά βαθιά το βάνει,
          ίντά'ναι κι ο τραγουδιστής τση νύκτας δεν εφάνη.
     Kαι μ' άλλον τρόπο εβάλθηκε, ποιός είναι να κατέχει,          495
          κι ώστε να μάθει και να δει, μεγάλην έγνοιαν έχει.
     Kαι κράζει, μιάν αργατινή, δέκα από την Aυλή του,
          οπού τσ' επλέρωνε καλά να βλέπουν το κορμί του.

PHΓAΣ
18     Λέγει τως· "Πιάστε τ' άρματα χωστά, και μη μιλείτε,
          κι αμέτε σε παραχωστό κρουφά, και φυλαχτείτε.          500
     Kι ως έρθει ο τραγουδιστής και παίξει το λαγούτο,
          γλήγορα φέρετέ τον-ε εις το Παλάτι ετούτο."

11月13日

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

 

 

EIMAI MAKPIA MA MH ΣKEΦTEIΣ
ΣTIΓMH ΠΩΣ ΓNΩMH AΛΛAZΩ
ΔEN TO ΓPOIKAΣ MA MEΣA MOY
ΠΩΣ Σ AΓAΠΩ ΦΩNAZΩ!!!


H AΓAΠH ΣOY ME MAΓEΨE
KΑΙ ΔEN MΠOPΩ MAKPIA ΣOY
KI OΛOKΛHPH MOY H ZΩH
EXEI TH MYPΩΔIA ΣOY

 

ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ

Μ’ ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΓΛΕΝΤΙΖΩ

ΓΙΑ ΝΑ ΞΥΠΝΩ ΤΣΙ ΟΜΟΡΦΕΣ

ΝΑ ΤΣΙ ΚΑΛΗΜΕΡΙΖΩ

 

ΠΟΤΕ ΜΙΑ ΔΥΝΑΤΗ ΚΑΡΔΙΑ

ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ ΔΕ ΛΥΓΙΖΕΙ

ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΝ ΘΑ ΠΛΗΓΩΘΕΙ

ΚΑΤΕΧΕΙ ΚΑΙ ΕΛΠΙΖΕΙ

 

ΠΙΟ ΕΥΚΟΛΟ ΜΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ

ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ Ν’ ΑΔΕΙΑΣΩ

ΝΑ ΤΗΝ ΠΕΤΑΞΩ ΣΤΗ ΣΤΕΡΙΑ

ΠΑΡΑ ΝΑ ΣΕ ΞΕΧΑΣΩ

 

ΣΚΛΗΡΑ Η ΜΟΙΡΑ ΜΕ ΧΤΥΠΑ

ΜΑ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΩ ΣΤΑΣΗ

ΘΑ ΤΗΝ ΑΦΗΝΩ ΝΑ ΧΤΥΠΑ

ΙΣΑ ΜΕ ΝΑ ΧΟΡΤΑΣΕΙ

 

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΡΟΥΧΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΤΑ ΦΟΡΟΥΝΕ

ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑ ΣΕΒΟΝΤΑΙ

ΜΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑ ΤΙΜΟΥΝΕ

 

ΠΡΙΝ ΣΕ ΓΝΩΡΙΣΩ ΤΑ ‘ΧΑ ‘ΓΩ

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΦΟΡΕΜΕΝΑ

ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΜΗΝ ΚΑΘΕΣΑΙ ΚΑΙ ΛΕΣ

ΠΩΣ ΤΑ ΦΟΡΩ ΓΙΑ ‘ΣΕΝΑ

 

ΘΕΕ ΠΑΝΑΓΑΘΕ ΘΕΕ

ΞΑΝΟΙΞΕ ΝΑ ΒΡΕΙΣ ΤΡΟΠΟΥΣ

ΝΑ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΜΟΝΟ ΨΕΥΤΙΚΟΥΣ

ΚΑΙ ΤΣΙ ΚΑΚΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

 

ΞΕΔΙΑΛΕΓΕ ΤΣΙ ΔΥΣΤΥΧΟΥΣ

ΚΑΙ ΤΣΙ ΨΕΥΤΟΝΤΑΗΔΕΣ

Ν’ ΑΦΗΝΕΙΣ ΜΟΝΟ ΣΤΗ ΖΩΗ

ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΜΕΡΑΚΛΗΔΕΣ

 

MONO NΑ ‘ΝAΨEI TO KEPI
ΔΕΙΧΝΕΙ H ΟΜΟΡΦΙΑ TOY
K AΣ ΞEPEI ΠΩΣ H ΛAMΨH TOY
EINAI H ΣYMΦOPA TOY

 

ΗΤΝΑ ΝΑ ΚΑΝΩ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΡΑΠΟΝΑΤΕ

ΑΦΟΥ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΩΝ

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΘΥΜΑΤΑΙ

 

ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΩ ΝΑ ΜΗΝ ΚΛΑΙΣ

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ‘ΧΕΙ ΑΞΙΑ

ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΖΩ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ

ΔΙΔΕ ΜΟΥ ΣΗΜΑΣΙΑ

 

ΔΕ ΜΠΟΡΕΣΑ ΣΤΟΝ ΧΩΡΙΣΜΟ

ΜΕ ΠΟΝΕΣΕ ΤΟ ΨΕΜΑ

ΠΟΥ ΑΛΛΟΝ ΑΓΚΑΛΙΑΖΕ ΚΡΥΦΑ

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕ ΕΜΕΝΑ

 

ΠΟΤΕ ΔΥΟ ΞΥΛΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ

ΔΕ ΜΟΙΑΖΕΙ ΤΟ ΝΑ ΣΤΟ ΑΛΛΟ

ΤΟ ΝΑ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΝΕΤΕ

ΚΑΙ ΚΑΡΒΟΥΝΟ ΤΟ ΑΛΛΟ

 

ΤΑ ΔΕΙΛΙΝΑ ΕΧΟΥΝ ΚΑΗΜΟ

ΚΙ ΜΟΝΑΞΙΑ ΠΛΗΓΩΝΕΙ

ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ ΜΟΝΟΙ

 

ΣΤΟ ΧΩΡΙΣΜΟ ΜΑΣ ΓΕΛΑΣΑ

ΝΑ ΜΗ ΦΑΝΕΙ Ο ΚΑΗΜΟΣ ΜΟΥ

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΔΟΥΝ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ

ΠΟΣ ΕΧΑΣΑ ΤΟ ΦΩΣ ΜΟΥ

 

ΑΝ  ΚΑΤΕΧΑ ΠΟΣ Ο ΝΕΚΡΟΣ

ΔΕΝ ΚΛΑΙΕΙ ΔΕΝ ΘΥΜΑΤΑΙ

ΘΑ ΤΕΡΜΑΤΟΥΣΑ ΤΟ ΚΟΡΜΙ

ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΡΑΠΟΝΑΤΕ

 

ΚΑΡΔΙΕΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΣ

ΚΙ ΑΛΗΘΙΝΑ ΑΓΑΠΟΥΝΕ

ΟΣΟΣ ΜΑΚΡΙΑ ΚΙ ΑΝ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ

ΠΟΤΕ ΤΟΥΣ ΔΕ ΞΕΧΝΟΥΝΕ

 

ΦΙΛΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΑ

ΟΣΟ ΧΑΛΑ Η ΦΥΣΗ

ΔΕ ΞΕΚΟΛΛΟΥΝ ΑΠ ΤΟ ΚΛΑΔΙ

ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΓΑΠΗΣΕΙ

 

ΗΝΤΑ ΤΟ ΘΕΛΕΙ ΚΑΙ ΓΥΡΝΑ

ΚΙ ‘ΝΑΙ ΜΕΤΑΝΙΩΜΕΝΗ

ΔΕ ΧΡΗΣΙΜΕΥΕΙ ΤΟ ΝΕΡΟ

ΣΕ ΒΙΟΛΑ ΞΕΡΑΜΕΝΗ

 

ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ Η ΜΟΝΑΞΙΑ

ΜΑΥΡΟ ΣΑΝ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

ΠΟΥ Μ’ ΑΓΚΑΛΙΑΖΕΙ ΑΠ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

ΠΟΥ Σ’ ΕΧΑΣΑ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

 

ΔΩΣ’ ΤΗΣ ΘΕΕ ΜΟΥ ΔΥΝΑΜΗ

ΚΑΙ ΜΕΝΑ ΔΩΣ’ ΜΟΥ ΘΑΡΡΟΣ

ΠΑ’ ΝΑ ΤΗΣ ΠΩ ΧΩΡΙΖΟΥΜΕ

ΚΙ ΑΣ Μ’ ΕΠΑΙΡΝΕ Ο ΧΑΡΟΣ

 

ΜΕΛΑΧΡΙΝΟ ΜΟΥ ΓΙΑΣΕΜΙ

ΣΤΟΛΙΔΙ ΤΟΥ ΜΠΑΞΕ ΜΟΥ

ΓΑΡΔΕΝΙΑ ΜΕΤΑΞΕΝΙΑ ΜΟΥ

ΤΟ Σ’ ΑΓΑΠΑΩ ΠΕ’ ΜΟΥ

 

ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑ

ΚΑΛΟΣ ΣΟΥ ΝΑ ΟΡΙΣΕΙΣ

ΑΝ ΗΡΘΕΣ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΖΗΜΙΑ

ΠΟΤΕ ΣΟΥ ΝΑ ΜΗ ΖΗΣΕΙΣ

 

ΣΑΝ ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΚΑΘΑΡΟ

ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΟΥ

ΚΑΙ ΛΑΜΠΕΙ Η ΚΑΘΕ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ

ΜΕ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΣΟΥ

 

ΣΤΗΝ ΠΑΝΩ ΜΠΑΝΤΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

ΣΑΡΑΝΤΑ ΠΟΛΥΒΟΛΑ

ΚΙ ΑΝ ΔΕ ΣΟΥ ΤΗΝ ΕΔΩΣΟΥΝΕ

ΘΑ ΚΑΚΑΡΙΣΟΥΝ ΟΛΑ

 

ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΣΙΓΑΡΟΥ ΜΟΥ Ο ΚΑΠΝΟΣ

ΕΣΕΝΑ ΣΧΗΜΑΤΙΖΕΙ

ΦΑΝΤΑΣΟΥ ΠΟΣΟ Σ’ ΑΓΑΠΑ

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΤΟ ΚΑΠΝΙΖΕΙ

 

 

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝ’ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΤΟΛΜΗΣΕ

ΚΑΙ ΤΑ ‘ΒΑΛΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ??????????

ΕΙΝΑΙ ΤΡΕΛΟΟΟΟΟΣ Ή ΠΕΘΥΜΑ?

ΝΑ ΔΕΙ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΜΑΣ …………


E
ΔΩ KAI ΩPA ΣE AΦHΣA
ΓIA NA ΣE ΔOKIMAΣΩ

ΦAINETE EΣY ME ΞEXAΣEΣ
MA '
ΓΩ ΠΩΣ NA ΞEXAΣΩ

 

ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΑΠΑΝΩ ΜΕ 'ΦΕΡΕΣ

ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΜΕ ΠΑΙΔΕΥΕΙΣ

ΡΙΞΕΜΑΙ ΜΕΣΑ ΝΑ ΣΩΘΩ

ΚΑΙ ΕΣΥ ΝΑ ΞΕΜΠΕΡΔΕΥΕΙΣ

 

ΡΑΚΙ ΚΡΑΣΙ ΔΕΝ ΕΠΙΝΑ

ΠΡΟΤΟΥ ΝΑ ΣΕ ΓΝΩΡΙΣΩ

ΤΩΡΑ ΤΑ ΠΙΝΩ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ

ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΩ

 

ΕΧΕΙ ΣΤΙΧΙΟΣΕΙ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

ΔΕ ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΠ' ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ       

ΚΑΙ Τ' ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΩ       

ΣΤΟ ΑΝΑΣΤΕΝΑΓΜΟ ΜΟΥ

 

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

ΕΧΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΑΞΙΑ

ΜΑΥΡΑ ΦΟΡΟΥΣΕ ΚΙ Ο ΘΕΟΣ

ΣΤΟΥ ΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ

 

ΩΣΑΝ ΤΗΝ ΕΡΗΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝΕ

ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ Π’ ΑΓΑΠΑ

ΚΑΙ ΔΕ ΤΟΝ ΑΓΑΠΟΥΝΕ

 

ΟΠΟΙΑ ΚΑΡΔΙΑ ΠΟΝΕΙ ΠΟΛΥ

ΓΡΗΓΟΡΑ ΘΑ ΡΑΪΣΕΙ

ΚΑΙ ΘΑ ΄ΡΘΕΙ Ο ΧΑΡΟΣ ΝΑ ΤΗΝ ΒΡΕΙ

ΝΑ ΤΗΝ ΠΑΡΗΓΟΡΗΣΕΙ

 

ΠΑΡΕ ΤΗΝ ΛΕΞΗ Σ' ΑΓΑΠΩ

ΚΑΙ ΟΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΚΑΝΕ

ΘΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΒΑΛΕ ΤΗΝ

ΘΕΣ ΠΕΤΑΞΕ ΤΗΝ ΧΑΜΕ

 

ΣAN KYMA ΠOY KATPAKYΛA
KAI ΣKAEI ΣTO BPAXO ΠANΩ
ETΣA ΓIA ΣENA ΔEPNOMAI
KI OMΩΣ MYAΛO ΔEN BANΩ!!!!!!


BPEXEI O ΘEOΣ KΑΙ ‘ΓΩ ΘA PΘΩ
OTAN ΘA ME ΦΩNAZEIΣ
ΣTAΓONA ΘAMAI TΣH BPOXHΣ
ΣTO TZAMI ΠOY KOITAZEIΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΜΕ ΑΡΧΕΣ

ΟΜΟΡΦΕΣ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙ

ΠΡΑΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΔΕ ΜΠ0ΡΕΙ

 ΝΑ ΤΟΝ ΕΤΑΠΕΙΝΩΣΕΙ

 

Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΟΥ
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΙ ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ
ΓΙΑ ΤΣ' ΑΛΛΟΥΣ Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ.

 

ΚΑΝΩ ΝΑ ΦΥΓΩ ΜΑΚΡΙΑ

ΜΑ ΟΛΟ ‘ΔΩ ΓΥΡΙΖΩ

ΜΑΚΡΙΑ ΣΟΥ ΦΑΙΝΟΜΑΙ ΜΙΚΡΟΣ

ΚΟΝΤΑ ΣΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΙΖΩ

 

ΕΓΩ ΜΙΑ ΑΓΑΠΗΣΑ

ΚΑΙ ΔΕΝ ΞΑΝΑΓΑΠΑΩ

ΚΙ ΟΣΟ ΘΑ ΖΩ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΥΤΟ

ΕΚΕΙΝΗ ΘΑ ΖΗΤΑΩ

 

ΕΓΙΝΑ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΩΡΗΤΗΣ

ΜΑ ΈΔΩΣΑ ΜΟΝΟ ΜΑΤΙΑ

ΓΙΑ ΔΕ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΕΤΕ ΚΑΡΔΙΑ

ΠΟΥΝΕ ΧΙΛΙΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ

 

ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΑΧΤΙΔΑ ΝΑ ‘ΜΟΥΝΑ

ΠΑΝΩ ΣΟΥ ΝΑ ΣΤΑΛΙΞΩ

ΓΙΑΝΤΑ ΜΙΚΙΟ ΜΟΥ ΔΕ ΜΠΟΡΩ

ΑΛΛΙΩΣ ΝΑ Σ’ ΑΚΟΥΜΠΗΣΩ

 

ΜΟΥ ‘ΛΕΓΑΝ ΤΑ ΜΑΝΤΑΤΑ ΣΟΥ

ΜΑ ‘ΓΩ ΣΕ ΑΓΑΠΟΥΣΑ

ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΕΙΡΗΝΕΣ ΤΟΥ ΣΕΒΝΤΑ

ΜΟΝΑΧΑ ΑΥΤΕΣ ΓΡΙΚΟΥΣΑ

 

ΚΑΝΟΝΙΑ ΝΑ ΒΑΡΑΓΑΝΕ

ΔΕΝ ΈΠΑΙΡΝΑ ΧΑΜΠΑΡΙ

ΚΑΙ ΣΤΑ ΧΑΝΙΑ ΦΩΝΑΖΑΝΕ

ΚΡΙΜΑ ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ

 

ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΩ ΤΑΞΤΕ ΜΟΥ

ΠΩΣ ΔΕ ΘΑ ΜΕ ΠΕΝΘΕΙΤΕ

ΜΟΝΑΧΑ ΣΗΜΑ ΣΤΕΙΛΕΤΕ

ΠΩΣ ΠΑΩ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΕΙΤΕ

 

ΝΑ ΑΛΛΑΞΩ ΘΕΛΕΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ

ΝΑ ΒΑΛΩ ΜΙΑ ΠΕΡΑ

ΝΑ ΜΗΝ ΠΛΗΓΩΝΕΤΕ ΑΔΙΚΑ

ΜΕΣ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΗΝ ΨΕΥΤΡΑ

 

ΤΗ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΓΙΑ ΝΑ ΠΙΣΤΕΙΣ

ΠΩΣ ΜΕ ‘ΧΕΙΣ ΚΟΥΖΟΥΛΑΝΕΙ

ΜΟΝΟ ΝΑ ΕΡΘΕΙΣ ΣΤΗΝ ΣΚΕΨΗ ΜΟΥ

ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ ΜΟΥ ΦΤΑΝΕΙ

 

ΚΑΖΙΚΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΕΝΩ

ΑΠΟΨΕ ΝΑ ΜΕΘΥΣΩ

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΟΥ ΔΥΝΑΜΗ

ΝΑ ΒΡΩ ΝΑ ΛΗΣΜΟΝΗΣΩ

 

ΧΙΛΙΕΣ ΕΥΧΕΣ ΣΕ ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ

ΓΕΜΑΤΗ ΚΑΛΟΣΥΝΗ

ΠΟΥ Ο ΘΕΟΣ ΜΟΝΟ ΧΑΡΕΣ

ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΤΗΣ ΔΙΝΕΙ

 

ΚΑΝΕ ΕΥΧΗ ΣΤΟ ΟΥΡΑΝΟ

ΚΑΙ ‘ΓΩ ΘΑ ΓΙΝΩ ΑΣΤΕΡΙ

ΝΑ ΠΕΣΩ ΚΙ ΟΤΙ ΛΑΧΤΑΡΑΣ

Η ΜΟΙΡΑ ΝΑ ΣΟΥ ΦΕΡΕΙ

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

ΙΔΙΑΣ ΠΑΘΙΑ ΒΑΣΤΟΥΝΕ

ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΜΕ ΤΡΟΠΟ ΞΑΦΝΙΚΟ

ΚΑΙ ΥΠΟΥΛΟ ΧΤΥΠΟΥΝΕ

 

ΑΝ Μ’ ΑΓΑΠΑΣ ΚΙ ΕΙΝ’ ΌΝΕΙΡΟ

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΩ

ΜΕ ΤΗΝ ΓΛΥΚΑΔΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

ΘΕΛΩ ΝΑ ΞΕΨΥΧΗΣΩ

 

ΛΙΓΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ ΜΟΥ ‘ΔΩΣΕΣ

ΜΑ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΚΙ ΑΛΛΕΣ

ΤΙ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΩ ΤΟ ΝΕΡΟ

ΣΑ ΜΟΥ ΤΟ ΔΙΝΕΙΣ ΣΤΑΛΕΣ

 

 

ΑΝΤΡΑΣ ΛΟΓΑΤΕ ΟΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ
ΠΟΝΟ ΒΑΡΥ ΝΑ ΑΝΤΕΞΕΙ
ΝΑ ΝΑΙ Η ΨΥΧΗ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ
ΚΑΙ ΝΑ ΜΗ ΒΓΑΝΕΙ ΛΕΞΗ..

 

ΑΝΤΡΑΣ ΛΟΓΑΤΕ ΟΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ
ΝΑ ΣΚΥΒΕΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΗ
ΟΝΤΕ ΠΟΥΛΟΥΝ ΠΑΛΙΚΑΡΙΕΣ
ΚΑΙ ΕΓΩΙΣΜΟ ΟΙ ΑΛΛΟΙ..

ΑΝΤΡΑΣ ΑΠΟΥ ΤΟΥ ΜΠΑΡΟΥΘΙΟΥ
Η ΜΥΡΩΔΙΑ Τ’ ΑΡΕΣΕΙ
Σ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΜΑΧΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
ΘΑ ‘ΧΕΙ ΤΗ ΠΡΩΤΗ ΘΕΣΗ..

 

Μ' ΕΝΑ ΣΟΥ ΓΕΛΙΟ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

ΧΑΡΑ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΚΑΝΕΙΣ

ΣΚΕΨΟΥ ΝΑ ΠΕΙΣ ΠΩΣ Μ' ΑΓΑΠΑΣ

ΗΝΤΑ ΠΛΗΓΕΣ ΘΑ ΓΕΙΑΝΕΙΣ!!!!!!!!

 

ΣΑΡΑΝΤΑ ΝΑ ΤΑ ΜΟΙΡΑΣΤΟΥΝ

ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΣΟΥ ΚΑΛΗ

ΟΜΟΡΦΕΣ ΘΑ ‘ΝΑΙ ΟΛΕΣ ΤΟΥΣ

ΚΙ ΟΜΟΡΦΗ ΘΑ ‘ΣΑΙ ΠΑΛΗ

 

Η ΣΚΕΨΗ ΜΟΥ ΚΙ Ο ΛΟΓΙΣΜΟΣ

ΓΥΡΙΖΕΙ ΣΤΗΝ ΘΩΡΙΑ ΣΟΥ

ΚΑΙ ΣΑΝ ΞΥΠΝΩ ΑΠ' Τ' ΟΝΕΙΡΟ

ΓΡΙΚΩ ΤΗΝ ΜΥΡΩΔΙΑ ΣΟΥ

 

ΚΙ ΑΝ ΚΑΘΟΜΑΙ ΚΙ ΑΝ ΠΕΡΠΑΤΩ

ΕΣΕΝΑ ΣΥΛΟΓΟΥΜΑΙ

ΣΑΡΑΝΤΑ ΩΡΕΣ ΝΑ ΓΕΝΕΙ
Η ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΚΟΙΜΟΥΜΑΙ

 

ΝΑ ΜΗ ΖΗΤΑΣ ΑΠ' ΤΗ ΖΩΗ

ΠΛΟΥΤΗ ΓΙΑ ΝΑ ΣΟΥ ΔΩΣΕΙ      

ΝΑ ΤΣΗ ΖΗΤΗΣΕΙΣ ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ

ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΣΕ ΠΡΟΔΩΣΕΙ

 

ΤΕΘΟΙ ΠΛΗΓΗ ΠΟΥ Μ’ ΑΝΟΙΞΕΣ

ΑΛΛΗ ΚΑΜΙΑ ΔΕΝ ΕΙΔΑ

ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΙΔΕΝΕ

ΚΑΙ ΝΑ ΜΟΥ ΔΩΣΕΙ ΕΛΠΙΔΑ

 

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΣΑ ΧΑΡΑ

ΧΑΡΑ ΔΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

ΜΟΙΑΖΩ ΣΑ ΝΑ ‘ΜΑΙ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ

ΠΟΛΥ ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΟ

 

ΟΠΟΥ ΚΙ ΑΝ ΔΩΣΩ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ

ΠΑΝΤΑ ΤΟ ΜΕΤΑΝΙΩΝΩ

ΓΙΑΤΙ ΜΟΥ ΤΗΝ ΓΥΡΙΖΟΥΝΕ

ΚΙ 'ΝΑΙ ΓΕΜΑΤΗ ΠΟΝΟ

 

MAKPIA ΣOY ΔEN ΠEPNΩ KAΛA
KAI MH ΞEXNAΣ ΠOTE ΣOY
ΠΩΣ BPINΩ MONO TH XAPA
ΣTΣ AΓKAΛEΣ ΣTΣ ΔIKEΣ ΣOY

 

ΔEN KAΘOMAI ΔEN ΠOPΠATΩ

ΔEN ΣTEKΩ ΔEN KOIMOYMAI 
ΔEN ΠAIPNΩ MIA ANAΠNOH
ΔIXΩΣ NA ΣE ΘYMOYMAI!!!!!!!!


ΔEN EIΣAI MEPOΣ THΣ ZΩHΣ
OYTE ΣTIΓMH ΠOY ΦEYΓEI
AΠO ΠHΓH EIΣAI NEPO
BPYΣH ΠOY ΔEN ΣTEPEYΓEI!!!

 

ΕΙΚΟΝΙΚΟ ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΜΟΥ

ΚΑΙ ΜΕ ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΠΟ

ΤΟ ΚΡΥΒΩ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΓΕΛΩ

ΤΑ ΜΑΘΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩ

 

ΟΡΚΟ ΔΕ ΠΑΙΡΝΕΙ ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ

ΑΓΑΠΗ ΝΑ ΤΗΡΗΣΕΙ

ΧΑΡΙΣΜΑ ΕΙΝ’ ΑΠ’ ΤΟΝ ΘΕΟ

ΝΑ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΕΙ

 

ΚΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΝΑ ΣΚΟΡΠΑ ΧΑΡΕΣ

ΠΑΛΙ ΦΟΒΟΥΜΑΙ ΘΕ’ ΜΟΥ

ΜΗΝ ΓΙΝΕΙ Η ΜΟΙΡΑ ΣΥΝΝΕΦΟ

ΚΑΙ ΔΕ ΛΙΑΣΤΩ ΠΟΤΕ ΜΟΥ

 

ΧΑΡΕΣ ΚΙ ΑΝ ΕΧΕΙ Η ΖΩΗ

ΔΕ ΓΕΥΤΗΚΑ ΚΑΜΙΑ

ΠΟΝΟ ΜΟΝΟ ΜΕ ΚΕΡΑΣΕ

Η ΨΕΥΤΡΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

 

ΤΗ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙ ΡΕ ΦΙΛΕ ΜΟΥ

ΚΑΙ Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ

ΑΠΟΥ ‘ΧΩ ΔΥΟ ΚΑΛΑΣΝΙΚΟΦ

ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΛΟ G3

 

Η ΝΥΧΤΑ ΔΙΝΕΙ ΜΟΥ ΧΑΡΑ

ΚΙ Η ΜΕΡΑ ΦΕΡΝΕΙ ΠΟΝΟ

ΓΙΑΤΙ ΕΡΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΜΙΓΟΥΜΕ

ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ ΜΟΝΟ

 

ΠΟΥΛΙ ΑΠΟΥ ‘ΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟ

ΚΑΙ ΝΤΑΓΙΑΝΤΑ ΤΟΝ ΠΟΝΟ

ΒΓΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΎΨΗ ΚΑΙ ΠΕΤΑ

ΜΕ ΜΙΑ ΦΤΕΡΟΥΓΑ ΜΟΝΟ

 

ΠΟΤΕ ΘΑ ΠΑΨΕΙΣ ΒΡΕ ΚΑΡΔΙΑ

ΑΛΛΟ ΚΡΥΦΑ ΝΑ ΚΛΕΕΙΣ

ΑΦΟΥ ΑΥΤΗ ΤΟ ΘΕΛΗΣΕ

ΠΩΣ ΦΤΑΙΕΙΣ ΝΑ ΜΗΝ ΛΕΕΙΣ

 

ΟΛΟΙ ΜΟΥ ΛΕΝΕ ΞΕΧΝΑ ΤΗΝ

ΜΑ ΠΟΥ ΝΑ ΒΡΩ ΚΟΥΡΑΓΙΟ

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΟΠΟΣ ΠΡΙΝ

ΜΕΤΑ ΑΠ ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ

 

ΚΕΡΝΑΜΕ ΦΩΣ ΜΟΥ ΤΑ ΓΛΥΚΑ

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΣΟΥ ΧΑΔΙΑ

ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΚΑΙ ΘΕΟΥΣ

ΝΑ ΞΕΝΥΧΤΟΥΝ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ

 

ΜΕΤΡΑ ΜΙΚΙΟ ΤΑ ΖΑΛΑ ΣΟΥ

ΠΡΟΣΕΧΕ ΗΝΤΑ ΚΑΝΕΙΣ

ΕΔΑ ΠΟΝΟ ΓΙΑ ΣΕΝΑΝΕ

ΜΑ ΑΥΡΙΟ ΜΕ ΧΑΝΕΙΣ

 

ΧΑΡΕΣ ΚΑΙ ΛΥΠΕΣ ΤΡΑΓΟΥΔΩ

ΒΑΣΑΝΑ ΚΑΙ ΣΕΒΝΤΑΔΕΣ

ΚΙ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

ΤΑ ΚΑΝΩ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΜΕ ΕΚΑΝΕ

ΚΑΙ ΓΡΑΦΩ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

ΚΑΙ ΜΟΥ ΠΑΛΑΒΩΣΕ ΤΟΝ ΝΟΥ

ΜΕ ΧΑΔΙΑ ΚΑΙ ΓΛΥΚΑΔΕΣ

 

ΜΗ ΜΕ ΞΕΧΝΑΣ ΚΑΙ ΤΑΞΕ ΜΟΥ

ΠΩΣ ΔΕ ΘΑ ΜΕ ΞΕΧΑΣΕΙΣ

ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΜΟΥ

ΜΕΣ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ ΘΑ ‘ΧΕΙΣ

 

 

↓   ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ !!!