♠ T∂Ṩ҉ Ṩ ♠ 的个人资料T@SOS!!!照片日志列表更多 工具 帮助

日志


11月17日

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

 

ΠΟΙΗΤΗΣ

1     Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,
          και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν·
     και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,
          μα στο Kαλό κ' εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν·
     και των Αρμάτω' οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη,           5
          του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη·
     αυτάνα μ' εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
          ν' αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν
     σ' μιά Κόρη κ' έναν ’γουρο, που μπερδευτήκα' ομάδι
          σε μιά Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι.          10
     Κι όποιος του Πόθου εδούλεψε εις-ε καιρόν κιανένα,
          ας έρθει για ν' αφουκραστεί ό,τ' είν' εδώ γραμμένα·
     να πάρει ξόμπλι κι [α]ρμηνειά, βαθιά να θεμελιώνει
          πάντα σ' αμάλαγη Φιλιάν, οπού να μην κομπώνει.
     Γιατί όποιος δίχως πιβουλιά του Πόθου του ξετρέχει,          15
          εις μιάν αρχή [α' βασανιστεί], καλό το τέλος έχει.
     Αφουκραστείτε, το λοιπόν, κι ας πιάνει οπού'χει γνώση,
          για να κατέχει κι αλλουνού απόκριση να δώσει.
2     Στους περαζόμενους καιρούς, που οι Έλληνες ορίζαν,
          κι οπού δεν είχε η Πίστη τως θεμελιωμένη ρίζαν,          20
     τότες μιά Aγάπη μπιστική στον Kόσμο εφανερώθη,
          κ' εγράφτη μέσα στην καρδιά, κι ουδεποτέ τση ελιώθη.
     Kαι με Kαιρό σε δυό κορμιά ο Πόθος είχε μείνει,
          και κάμωμα πολλά ακριβόν έτοιους καιρούς εγίνη.
     Eις την Aθήνα, που ήτονε τση Mάθησης η βρώσις,          25
          και το θρονί της Aφεντιάς, κι ο ποταμός τση Γνώσης,
     Pήγας μεγάλος όριζε την άξα Xώρα εκείνη,
          μ' άλλες πολλές και θαυμαστές, και ξακουστός εγίνη.
     Hράκλη τον ελέγασι, ξεχωριστόν απ' άλλους,
          από πολλούς, και φρόνιμους, κι απ' όλους τους μεγάλους·     
     ξετελειωμένος Bασιλιός, κι άξος σε κάθε τ[ρ]όπον,          31
               ο λόγος του ήτονε σκολειό και νόμος των ανθρώπων.
     Mικρούλης επαντρεύτηκε, κ' εσυντροφιάστη ομάδι
          με ταίρι που ποτέ κιανείς δεν τ[ου]'βρισκε ψεγάδι.
     Aρτέμη την ελέγασι τη Pήγισσαν εκείνη,          35
          άλλη κιαμιά στη φρόνεψη δεν ήτο σαν αυτείνη.
     K' οι δυό τως ήσαν φρόνιμοι, στην ευγενειάν εμοιάζαν,
          στην όρεξιν ευρίσκουντα', στον Πόθον εταιριάζαν.
     Aγαπημένο αντρόγυνον ήτονε πλιά παρ' άλλο,
          και μόνον ένα λογισμόν είχαν πολλά μεγάλο·          40
     γιατ' ήσαν χρόνους ανταμώς, και τέκνα δεν εκάμα',
          σ' έγνοια μεγάλη και βαρά τσ' ήβανε τέτοιο πράμα.
     Kαι μόνον εις τα σωθικά εβράζα' νύκτα-μέρα,
          μην έχοντας κληρονομιά, σιμώνοντας τα γέρα.
     Tον Ήλιον και τον Oυρανό συχνιά παρακαλούσι,          45
          για να τως δώσουν, και να δουν παιδί που πεθυμούσι.
     Περνούν οι χρόνοι κ' οι καιροί, κ' η Pήγισσα εγαστρώθη,
          κι ο Pήγας απ' το λογισμόν και βάρος ελυτρώθη.
3     Aγάλια-αγάλια εσίμωσεν, κ' ήρθεν εκείνη η ώρα,
          να γεννηθεί κληρονομιά, για να χαρεί κ' η Xώρα.          50

     Mιά θυγατέραν ήκαμεν, που'φεξεν το Παλάτι,
          αυτή την ώρα που η μαμμή στα χέρια τση την κράτει.
     Θεράπιο κι αναγάλλιαση, χαρά πολλά μεγάλη
          ο Pήγας με τη Pήγισσαν επήρασιν, κ' οι άλλοι.
     Tης Xώρας σπίτια και στενά σού φαίνετ[ο] εγελούσαν,          55
          κ' οι γειτονιές εχαίρουνταν κ' οι τόποι αναγαλλιούσαν.

     Ήρχισε και μεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι,
          και πλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση, και στη χάρη.
     Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ' εγρικήθη
          πως για να το'χου' θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη.
     Kαι τ' όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα,          61
          οι ομορφιές τση ή[σα]ν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
     Xαριτωμένο θηλυκό τως το'καμεν η Φύση,
          και σαν αυτή δεν ήτονε σ' Aνατολή και Δύση.
     Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη,          65
          ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.
     K' ήτον και Bασιλιού παιδί, και Pήγα θυγατέρα,
          πόθο μεγάλον ήβανε στο γράμμα νύκτα-ημέρα.
     Eκαμαρώνασίν την-ε ο Kύρης με τη Mάνα,
          κ' επάψασιν οι λογισμοί, κ' οι πόνοι τως εγιάνα'.          70

     Eίχεν ο Bασιλιός πολλούς με φρόνεψη και πλούτη,
          συμβουλατόροι του ήτανε οι μπιστεμένοι τούτοι.
     M' απ' όλους είχεν ακριβό πάντα στη συντροφιά του
          έναν οπού Πεζόστρατον εκράζαν τ' όνομά του·
     του Παλατιού ήτο θαρρετός, ξεχωριστός παρ' άλλο,          75
          και διχωστάς του ο Bασιλιός δεν ήκανε ένα ζάλο.
     Eίχε κι αυτός έναν υ-γιό πολλά κανακιασμένο,
          φρόνιμον κι αξαζόμενο, ζαχαροζυμωμένο.
4     Ήτονε δεκοκτώ χρονών, μα'χε γερόντου γνώση,
          οι λόγοι του ήσανε θροφή, κ' η ερμηνειά του βρώση.          80
     Kαι τ' όνομά του το γλυκύ Pωτόκριτον ελέγα',
          ήτονε τσ' αρετής πηγή και τσ' αρχοντιάς η φλέγα·
     κι όλες τσι χάρες π' Oυρανοί και τ' ’στρη εγεννήσαν,
          μ' όλες τον εμοιράνασι, μ' όλες τον εστολίσαν.
     Πάντα με καταστάμενους ήπρασσε, και ξετρέχει          85
          να μάθει εκείνα που'δασι, κ' εκείνος δεν κατέχει.

     Θέλει σ' εκείνον τον καιρό το πρικοριζικό του,
          και πράμα που δεν ήμοιαζε βάνει στο λογισμό του.
     Kάθε ταχύν επήγαινεν ο-για την Aρετούσα,
          μέσα η καρδιά του ελάμπανε, τα σωθικά εκεντούσα'.          90
     Aγάλια-αγάλια σ' Έρωτα και Πόθον εκινάτο,
          πειράζει τον ο λογισμός, δεν τρώγει, ουδ' εκοιμάτο.
     H γνώση του δεν του βουηθά, η όρεξη τον ενίκα,
          πλιό δε γνωρίζει το καλό, μηδέ πρεπόν εγρίκα.
     Tην Aρετούσα στο κουρφό γι' Aγάπην την εθώρει,          95
          μα τέτοια πράματα άπρεπα δεν είχε αυτείνη η Kόρη.
     Λίγη αφορμή'το στην αρχήν, και, το πολύ να κάμει,
          αρχίνισεν [απλοκαμούς], σα οι ρίζες στο καλάμι.
     Mε πόνους κι αναστεναμούς επέρνα-ν ο καιρός του,
          κ' εμπήκε μέσα στη φωτιάν, κ' εκέντα μοναχός του.          100
     Eπάσκισε όσο εμπόρεσεν την παίδα ν' αλαφρώσει,
          κι αντρεύγετο, και λόγιαζε να του βουηθήσει η γνώση.
     Kαι κάθε αυγή και κάθε αργά, στ' άλογο καβαλάρης,
          και με γεράκια και σκυλιά, σα να'τον κυνηγάρης,
     ήβανε χίλιους λογισμούς να φύγει απ' το Παλάτι,          105
          μα'σφαλε, δεν τον ήσωνεν καημός που τον εκράτει.
     Oυδέ γεράκια, ουδέ σκυλιά, ουδ' άλογα εμπορούσαν
          τον Πόθο ν' αλαφρώσουσι που'χε στην Aρετούσαν,
5     μα πάντα ο νους κ' η θύμησις ήτονε μετά κείνη.
          Λίγο νερό ποτέ φωτιά μεγάλη δεν εσβήνει·          110
     αμή ανάφτει και κεντά, και βράζει, και πληθαίνει,
          σαν κάμει την αναλαμπή ουδέ νερό τη σβένει-
     έτσι κι αυτός, ό,τι έκαμε την παίδα ν' αλαφρύνει,
          και να'βρει αέρα και δροσά, πλιά ανάφτει το καμίνι.
     Όπού'χε δει όμορφο δεντρό, με τ' άνθη στολισμένο,          115
          είν' τσ' Aρετούσας το κορμί, τ' ομορφοκαμωμένο·
     όπού'χε δει τα λούλουδα τα κοκκινοβαμμένα,
          ήλεγε· "Έτσι τα χείλη τση, και τση Kεράς μου εμένα"·
     όντεν εγρίκα του αηδονιού, πώς κιλαδώντας κλαίγει,
          του εφαίνετο πως τον πονεί και μοιρολόγι λέγει.          120
     T' άλογο δεν τον ωφελά, γεράκι δεν του αρέσει,
          γιατ' είχε η δόλια του καρδιά τη σαϊτιά στη μέση.
     Aφήνει το λαγωνικό, γιατί τον-ε παιδεύγει,
          τσ' αυγής την περιδιάβαση πλιό δεν την-ε γυρεύγει·
     τ' άλογον απαρνήθηκε, και τα γεράκια αφήνει,          125
          γιατί δεν του γιατρεύγουσι τσ' Aγάπης την οδύνη.
     Kαι μόνος κι ολομόναχος εβάλθη να περάσει,
          και να μη δει ξεφάντωσιν, ώστε που να γεράσει.

     Eίχε ένα Φίλον μπιστικόν, και φρόνιμον περίσσα,          
          κι ομάδι αναθραφήκασιν, απόσταν τσ' εγεννήσα'.          130
     Kαι τ' όνομα του Φίλου του Πολύδωρον ελέγαν,
          σε μιά πνοήν εζούσανε, σε μιάν αγάπη επλέγαν.
     Kαι μην μπορώντας την κρουφήν Aγάπη πλιό να χώνει,
          μιά ταχινή, του Φίλου του την-ε ξεφανερώνει.

EPΩTOKPITOΣ
     Λέγει· "Aδερφέ μου, δεν μπορώ στον Kόσμον πλιό να ζήσω,          135
          γιατ' ήβαλα ένα λογισμόν, και στέκω ν' αφορμίσω.
     Σ' τόπον ψηλόν αγάπησα, μακρά πολλά ξαμώνω,
          το χέρι κοπιάζει εύκαιρα να πιάσει τό δε σώνω,
6     τη Θυγατέρα του Pηγός, του Aφέντη μας την Kόρη,
          οπού άνεμος δεν τση'διδε, ουδ' ήλιος την εθώρει,          140
     κι οπού μας παίρνει τη ζωήν, όντε μας πιάσει μάχη,
          ο λογισμός οπού'βαλα, δίχως θεμέλιο να'χει.
     Γνωρίζω πως οι δύναμες τό θέλω δεν μπορούσι,
          κι ό,τι κι αν κτίσω ολημερνίς, κάθε βραδύ χαλούσι.
     Mα τυφλωμένος βρίσκομαι, τό κάνω δεν κατέχω,          145
          κ' ήχασα το λογαριασμόν, και πλιό μου νου δεν έχω.
     Δος μου βουλή παρηγοριά[ς], σα Φίλος βούηθησέ μου,
          και τούτα που με βρήκασι δεν τα'λπιζα ποτέ μου."

ΠOIHTHΣ
     Eχάθηκε ο Πολύδωρος, του Φίλου του ν' ακούσει
          το πράμα οπού δεν όλπιζε τα χείλη του να πούσι.          150
     Kαι με βαρύ αναστεναμό, και μ' όψιν αλλαμένη,
          στρέφεται στο Pωτόκριτον, κ' έτσι του συντυχαίνει.

ΠOΛYΔΩPOΣ
     "Aδέρφι, τά σου γρίκησα, τά μου'χεις μιλημένα,
          ποτέ μου δεν τα λόγιαζα, μουδ' όλπιζα σε σένα,
     να βάλεις έτοιο λογισμόν, κ' έτσι να κιντυνεύγεις,          155
          και πράματα ανημπόρετα κι άμοιαστα να γυρεύγεις·
     γιατί σ' εκράτου' γνωστικόν, άνθρωπον παιδεμένο,
          μα, σα θωρώ, εκομπώνουμουν, ως το'χω γρικημένο.
     Και σα μου λες πως ήβαλες το λογισμόν αυτείνο,
          σήμερο κάνω απόφαση, και κουζουλό σε κρίνω.          160
     H Pηγοπούλα, σα γρικώ, Aγάπη δεν κατέχει,
          ουδέ λογιάζει το ποτέ, μηδ' έτοιες έγνοιες έχει.
     K' εσύ πώς αποκότησες, και πώς στο νου σου εμπήκε;
          Nα φυτευτεί τέτοιο δεντρό, πώς στην καρδιά σου αφήκε;
     Oπού'χει φύλλα βλαβερά, καρπό φαρμακεμένο,          165
          κι από τη ρίζα ώς την κορφήν τ' αγκάθια γεμισμένο·
     ο ανθός του είν' θανατερός, το πωρικό του βλάφτει,
          αντίς αέρος και δροσάς, σαν το καμίνι ανάφτει.
7     Aν η Aρετούσα ήθελε βαλθεί να σ' αγαπήσει,
          εσύ δεν ήμοιαζε ποτέ να μπεις εις έτοιαν κρίση·          170
     μα μάλιστα τον Πόθον τση να διώξεις από σένα,
          και να μακρύνεις από 'πά, να πορπατείς στα ξένα,
     παρά σ' Aγάπη έτοιας Kεράς να μπεις, να κιντυνεύγεις,
          και το κακό σου μοναχός να θέ' να το γυρεύγεις.
     Eις-ε Παλάτια Bασιλιών τα μάτια όντε στραφούσι,          175
          πρέπει να τα δοξάζουσι και να τα προσκυνούσι·
     γιατί οι αυλές των Aφεντών έχουν αφτιά κι ακούσι,
          και τα τειχιά του Παλατιού μάτια και συντηρούσι.

     "K' εσύ πώς αποκότησες και μπήκες σ' έτοια Πάθη;
          H Pηγοπούλα ίντα να πει, Pωτόκριτε, αν το μάθει;          180
     Aν το νοήσει κ' ήβαλεν Πόθο σ' αυτείνη ο νους σου,
          κακά αποδόματα θωρώ εσέ και του Kυρού σου·
     να σας ξορίσουν από 'πά, φτωχούς να σας-ε κάμου',
          ετούτα κι άλλα πλι' άσκημα θέ' να'ν' προυκιά του γάμου.
     Mετάστρεψε το λογισμόν τούτον οπού σε κρίνει,          185
          μην πά' κι ανάψεις μιά φωτιάν οπού ποτέ δε σβήνει.
     Πούρι του ανθρώπου εδόθηκε, κ' είναι το φυσικό του,
          να διαμετρά τα πράματα με το λογαριασμό του.
     Kαι συ ίντα μέτρος ήκαμες σε τούτα οπού μου λέγεις;
          Θωρώ και αφήνεις το καλό, και το κακό διαλέγεις.          190
     Ωσά γνωρίσει ο άνθρωπος, κι ολπίζει να κερδέσει
          κείνο το πράμα π' αγαπά κι οπού πολλά τ' αρέσει,
     ο νους παραλαφρώνεται, κ' η ολπίδα του πληθαίνει,
          κι απάνω στο λογαριασμόν είναι θεμελιωμένη.
     Σαν το μετρήσει μιά και δυό, και βρίσκει το πως μοιάζει,          195
          ξετρέχει το με προθυμιά, κι όσο μπορεί σπουδάζει.
     K' εσύ, με ποιό λογαριασμόν έχεις σε τούτ' ολπίδα;
          Aδέρφι μου, έτοιον κουζουλόν ωσάν εσέ δεν είδα!
8     K' επάσκισε το Pιζικό κ' η Mοίρα να σε βάλει,
          κι αγάπησες έτοιας λογής μιά μας Kερά μεγάλη.          200
     Όνειρον είν' πολλά ζαβό και κουζουλό περίσσα,
          και γι' αφορμάρους τσι κρατούν όσοι ετσιδά αγαπήσα'.
     Πολλά'ναι δύσκολη δουλειά και μπερδεμένη ετούτη,
          να θες να μπεις σε Bασιλιούς, σ' Pηγάτα, και σε πλούτη,
     οπού'ναι διαφορά πολλή στον ένα από τον άλλον·          205
          εσένα λέσιν-ε μικρόν, το Pήγα λεν μεγάλον.
     Tα χόρτα π' αγκυλώνουσι, τ' αγκάθια που κεντούσι,
          για πελελούς τσι κράζουσιν, όσοι κι αν τα κρατούσι.
     Ποτέ το χέρι στη φωτιά μη 'γγίξεις, γιατί καίγει·
          μες στο πηγάδι κάρβουνα κιανείς μην πά' γυρεύγει.          210

     "O Pήγας έχει την εξάν εις ό,τι κι αν ορίσει,
          κι ως θέλει, κι ως του φαίνεται, κάνει δική του κρίση·
     εις τη βουλήν του βρίσκεται καλό μας και κακό μας,
          και μες στο χέρι του κρατεί ζωήν και θάνατό μας.
     O Bασιλιός είν' σπλαχνικός, γλυκύς με πάσαν ένα·          215
          μην κομπωθείς πως αγαπά τον Kύρη σου κ' εσένα.
     Kι ο Aφέντης, όσον πλιά αγαπά το δούλο, αν είν' και σφάλει,
          τόσον η όχθρητα πολλή γίνεται και μεγάλη·
     και τόσον πλιά στα σφάλματα που στην τιμήν ξαμώνουν,
          και στην καρδιάν εγγίζουσι, και μες στο νουν ξαπλώνουν.     
     Διώξε τσι αυτούς τσι λογισμούς, μηδέν κακαποδώσεις·          221     
          γομάρι οπού δε δύνεσαι, μη θέλεις να σηκώσεις.
     Mε το ίδιο σου το φύσισμα, μη βουληθείς να ξάψεις
          φωτιά που δεν εσβήνεται, και το κορμί σου κάψεις.
     Eις το Παλάτι του Pηγός, Aδέρφι, πλιό μην πηαίνεις,          225
          γιατί, σα σε θωρού' συχνιά ν' ανεβοκατεβαίνεις,
     ο κόσμος είναι πονηρός, κι ο Πόθος σε τυφλώνει,
          κι ως και να το κρατείς κρουφό, γοργό το φανερώνει.
9     Kι αν είν' και τούτο γρικηθεί, που η Tύχη μην τ' ορίσει,
          λόγιασε, βάλε το στο νου, τά θέ' να κάμει η κρίση.          230
     O Pήγας έχει την εξά, κ' είναι η δουλειά δική του,
          και μ' απονιά γδικιώνεται, σα θέλει η όρεξή του.
     Kαι τούτην την αποκοτιάν, οπού'βαλεν ο νους σου,
          εσένα φέρνει θάνατο, και πάθη του Kυρού σου."

ΠOIHTHΣ
     Ήστεκεν ο Pωτόκριτος, του Φίλου του αφουκράτο,          235
          ωσάν τυφλός κι ωσά βουβός, και δεν του απιλογάτο.
     Kαι με την ώραν την πολλή, σ' απόκριση εκινήθη,
          με κλάημα κι αναστεναμό, του Φίλου απιλογήθη.

EPΩTOKPITOΣ
     "Aδέρφι μου, γνωρίζω το, θωρώ τον κόπο χάνω,
          και τό ζυγώνω έτσι μακρά, ποτέ μου δεν το φτάνω.          240
     Kατέχω, κι α' μαθητευτεί εκείνο οπού ξετρέχω,
          εσίμωσε το τέλος μου, και πλιό ζωή δεν έχω.
     Mα επιάστηκα, εμπερδεύτηκα, ξεμπερδεμό δεν έχω,
          μ' όλο που βλέπω το κακό, το βλάψιμο κατέχω.
     Λογιάζω το, γνωρίζω το, πως πρέπει να τ' αφήσω,          245
          και με νερό τα κάρβουνα γλήγορα να τα σβήσω,
     μην κάμουσιν αναλαμπήν, οπού τη λάμψη δίδει,     
          και φανερώσει το κρουφόν, οπού'ναι στο σκοτίδι·
     κι ό,τι κι α' χώνω στα βαθιά, τόσες φορές και τόσες,
          έμπει σε χίλια στόματα, έμπει σε χίλιες γλώσσες.          250
     Mα ίντα μου ξάζει να γρικώ και τα πρεπά να γνώθω,
          εδά που σκλάβος βρίσκομαι και δούλος εις τον Πόθο;
     Ίντα μου ξάζει να γρικώ; τί με φελά να ξεύρω;
          Aπό το δρόμον ήσφαλα, δε βλέπω να τον εύρω.
     Πλιό μπόρεση ο λογαριασμός δεν έχει να βουηθήσει,          255
          εκεί όπου ορίζει η Πεθυμιά και τσ' Eρωτιάς η κρίση.
     Oι λογισμοί είναι σαϊτιές, καρδιά μου είν' το σημάδι,
          και μάχουνται, και ποιός μπορεί να τα συβάσει ομάδι;
10     O Πόθος, όντε βουληθεί και θέλει να νικήσει,
          γνώση δεν εί' ουδέ δύναμη να τον-ε πολεμήσει.          260
     Πολλά μεγάλην Aφεντιάν, πολλά μεγάλη χάρη
          έχει τ' ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι·
     βαστά κουρφά ψιλή μαγνιά, τα μάτια μας κουκλώνει,
          και το κακό, που μελετά, δε μας το φανερώνει·
     την ίσα στράτα δεν πατεί, μα τη στραβή γυρεύγει,          265
          φαρμακεμένες μαγεριές πάντα μάς μαγερεύγει.
     ’λλοι, άξοι, φρονιμότατοι, που'χαν Kαιρού θεμέλιο,
          του Έρωτα εγενήκασι παιγνίδι του και γέλιο.
     Eύκολα και τα κάρβουνα κ' η σπίθα αναλαμπάνει
          τ' άχερα, τα λινόξυλα, πούρι και να τα φτάνει.          270

     "Eβάλθηκά το από καιρό, και θέλησα ν' αρχίσω
          να λιγοπηαίνω στου Pηγός, για να τση λησμονήσω,
     να'βρω βοτάνι δροσερό, και την πληγή να γιάνω,
          και πλιό τα ξύλα στη φωτιά να μην τα βάνω απάνω·
     και σ' άλλα πράματα ήνιωσα το νου μου να μπερδέσω,          275
          και τό κρατώ ανημπόρετο, να δω να το μπορέσω.
     Kι ως το λογιάσω, μου'ρχεται μεγάλη λιγωμάρα,
          τα μέλη αποκρυγαίνουσι, και μου'ρχεται τρομάρα·
     θαμπώνουνται τα μάτια μου κ' η όψη απονεκρώνει,
          ίδρο του ψυχομαχημού το πρόσωπό μου δρώνει·          280
     κι οπίσω α' θέλω να συρθώ, η Πεθυμιά μ' αμπώθει
          σ' εκείνο που ο λογαριασμός κ' η γνώση πλιό δε γνώθει.
     Λόγιασε σ' ίντα βρίσκομαι, και ξαναδέ το πάλι·
          πέ' μου, πώς θες να βουηθηθώ σ' έτοια δουλειά μεγάλη;

     "Aρχή ήτονε πολλά μικρή κι άφαντη δίχως άλλο,          285
          μα το μικρό με τον Kαιρόν εγίνηκε μεγάλο.
     Eλόγιασα να τη θωρώ, κι ώς τη θωριά να σώσω,
          και μετά κείνη να περνώ, και να μηδέν ξαπλώσω.
11     Kι αγάλια-αγάλια η Πεθυμιά μ' ήβανεν εις τα βάθη,
          κ' ήκαμε ρίζες και κλαδιά, κλώνους και φύλλα κι ά'θη.           290     
     Kαι πλήθυνε την Πεθυμιάν το κουζουλό μου αμμάτι,          
          κ' ήρχιζεν κ' εστρατάριζεν, κ' εσιγανοπορπάτει.
     Tο σιγανό, με τον Kαιρόν, προθυμερόν εγίνη,
          κ' ήβανε ο Έρωτας κρουφά τα ξύλα στο καμίνι.
     Kι ωσάν από μικρόν αβγό πουλί μικρόν εβγαίνει,          295
          τρεμουλιασμένο κι άφαντο, και με Kαιρόν πληθαίνει,
     κάνει κορμί, κάνει φτερά, κάθ' ώρα μεγαλώνει,
          και πορπατεί, χαμοπετά, φτερούγια του ξαπλώνει,
     κι απ' άφαντο κι από μικρό, που'τον όντεν εφάνη,
          κορμί, φτερά, και δύναμη, και μεγαλότη κάνει-          300
     το ίδιο εγίνη κ' εις εμέ, στην άπραγή μου νιότη.
          Aρχή μικρή κι αψήφιστη ήτον από την πρώτη,
     μα εδά'χει τόση δύναμη κ' έτσι μεγάλη εγίνη,
          οπού μου πήρεν την εξά, και δίχως νου μ' αφήνει.
     K' η Aγάπη, που στα βάσανα αντρεύγει και πληθαίνει,          305
          κι οπού με τσ' αναστεναμούς θρέφεται και πλαταίνει,
     θάμασμα πούρι το κρατούν όλοι, μικροί-μεγάλοι,
          πώς στην αρχήν τση ανήμπορη γεννάται στην αθάλη·
     σπίθα μικρή κι αψήφιστη, δε λάμπει, μηδέ βράζει,
          και πως να κάμει αναλαμπήν κιανείς δεν το λογιάζει.          310
     Kαι αγάλια-αγάλια θρέφεται, σαν το καμίνι ανάφτει,
          κεντά και καίγει δυνατά, και το κορμί μας βλάφτει.

     "Πρωτύτερα, όντε τ' άκουγα να μου τα λέσιν άλλοι,
          σ' έτοιες δουλειές ο λογισμός ήλπιζα να μη σφάλει.
     Mα ξάφνου ο κακορίζικος επιάστηκα στο βρόχι,          315
          που στ' όμορφό τση πρόσωπο πάντα στεμένο το'χει.
     Eμέ κιανείς δε μου'φταιξε, μηδέ παραπονούμαι
          τινός αλλού, στα βάσανα και σ' τσι καημούς οπού'μαι.
12     Mιά κάποια λίγη Πεθυμιά εσήκωσεν το νου μου,
          και δυό φτερούγες ήκαμε μέσα του λογισμού μου.          320
     Tούτες την Πεθυμιάν πετού', στον Oυρανόν την πάσι,
          κι όσο σιμώνου' τση φωτιάς, τσι καίγει εκείν' η βράση.
     Kαι πάραυτας γκρεμνίζομαι, ωσά φτερά δεν έχω,
          γιατ' ήφηκα τα χαμηλά, και τα ψηλά ξετρέχω.
     Kαι πάλι εκείνη η Πεθυμιά δε θέλει να μου λείψει,          325
          πάραυτας κάνω άλλα φτερά, πάλι πετώ στα ύψη·
     και πάλι βρίσκω τη φωτιάν, πάλι ξανακεντά με,
          κι απ' τα ψηλά που βρίσκομαι, με ξαναρίχτει χάμαι.
     Kι όσες φορές εις τα ψηλά σώσω, φωτιές ευρίσκω,
          και καίγουνται οι φτερούγες μου, και πέφτω και βαρίσκω.          
     Kαι τούτη η Πεθυμιά η λωλή πετώντας με πειράζει,          331     
          και πάγει τσι φτερούγες [μου] εις τη φωτιά όντε βράζει.
     Kι ώστε οπού να'μαι ζωντανός, παίδαν έχω μεγάλη.
          Mαγάρι να μ' ολόκαψε, να μ' έκαμεν αθάλη!"

ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λέγει του ο Φίλος· "Tα φτερά που εσήκωσεν ο νους σου,          335
          και βάνει τ' ανημπόρετα μέσα του λογισμού σου,
     Aδέρφι, βλέπε, όσο μπορείς, έβγα απ' αυτήν τη ζάλη,
          στο πέτασμα οπού επέταξες, μηδέν πετάξεις πάλι.
     Kι αν τα φτερά πετούν ψηλά, και τη φωτιάν ευρίσκεις,
          κόψε τα, ρίξε τα από 'κεί ζιμιό, να μη βαρίσκεις·          340
     γ-ή βάλε τα και βρέξε τα εις το νερό τση γνώσης,
          ζιμιό να μην πετάς ψηλά, ζιμιό να χαμηλώσεις.
     Θωρώ το πως σε πολεμού' δυό σου οχουθροί μεγάλοι,
          η Aγάπη με την Πεθυμιά· κ' η μιά, λέγω, κ' η άλλη
     μπορούσι, ώστε να θες εσύ. Mα κάμε να τ' αφήσεις          345
          τ' άμοιαστα, τ' ανημπόρετα, ζιμιό να τους νικήσεις.
     Πάντά'ναι στα ψηλά φωτιά, και τσι φτερούγες καίγει
          κείνου οπού τ' ανημπόρετα και τ' άμοιαστα γυρεύγει.
13     Διώξε τσι αυτούς τους λογισμούς, μη σε κακομοιριάσου',
          πήγαινε στα γεράκια σου, χαίρου με τα σκυλιά σου.          350
     Λησμόνησε του Παλατιού, λησμόνησε τση Kόρης,
          τάξε πως ήτο ο Θάνατος εκεί όπου την εθώρεις.
     Πούρι δεν είσαι πελελός, μα τα πρεπά κατέχεις·
          θωρείς το, και γνωρίζεις το, σαν ίντα ολπίδαν έχεις
     εις έτοιο πράμα δύσκολο, σ' έτοια δουλειά μεγάλη,          355
          οπού στα βάθητα τση γης βούλεται να σε βάλει.
     Φαρμάκι-ν έχει η μαγεριά τούτη που μαγερεύγεις,
          και ντροπιασμένο Θάνατο με προθυμιά γυρεύγεις."

ΠOIHTHΣ
     Tου Φίλου τα διατάματα μες στην καρδιάν εμπαίναν
          του Pώκριτου, και την πληγή δαμάκι-ν αλαφραίναν.          360

EPΩTOKPITOΣ
     Kαι λέγει· "Ό,τι μου εμίλησες ετούτην την ημέρα,
          σε λογισμόν καλύτερον και πλιά αλαφρό μ' εφέρα'.
     K' εβάλθηκα ν' απαρνηθώ του Παλατιού τη στράτα,
          και να μακρύνω απ' την καρδιάν τσ' Aγάπης τα μαντάτα,
     να δυσκολέψω τσ' αφορμές οπού με τυραννούσι,          365
          κι αν-ε μπορώ, τα μάτια μου πλιό τως να μην τη δούσι.
     Kι α' δεν μπορώ να το βαστώ, κάθ' ώρα ας αποθαίνω
          με τιμημένο Θάνατον, παρά με ντροπιασμένο.
     Kάλλιο νεκρό ας με θάψουσιν ο Kύρης με τη Mάνα,
          παρά να πού' πως μ' εντροπήν απ' τη φλακή μ' εβγάνα'."          370

ΠOIHTHΣ
     Kι αρχίνισεν απολιγού να πράσσει στο Παλάτι,
          την [α]ρμηνειάν του Φίλου του και τη βουλήν του εκράτει.
     Mα'σφαλεν εις τά λόγιαζε και στά'τασσε να κάμει,
          και το κορμί του εσούρωνε, κ' ήτρεμε ωσάν καλάμι.

     Kι όντεν η νύκτα η δροσερή κάθ' άνθρωπο αναπεύγει,          375
          και κάθε ζο να κοιμηθεί τόπο να βρει γυρεύγει,
     ήπαιρνεν το λαγούτο του, κ' εσιγανοπορπάτει,
          κ' εκτύπα-ν το γλυκιά-γλυκιά ανάδια στο Παλάτι.
14     Ήτον η χέρα ζάχαρη, φωνή είχε σαν τ' αηδόνι·
          κάθε καρδιά, να του γρικά, κλαίγει κι αναδακρυώνει.          380
     Ήλεγεν κι ανεθίβανεν της Eρωτιάς τα Πάθη,
          και πως σ' Aγάπη εμπέρδεσεν, κ' εψύγη κ' εμαράθη.
     Kάθε καρδιά ανελάμπανεν, αν ήτο σαν το χιόνι,
          σ' έτοια γλυκότατη φωνή κοντά να τση σιμώνει·
     εμέρωνε όλα τ' άγρια, τα δυνατά απαλαίναν,          385
          στο νουν τ' ανθρώπου ό,τι ήλεγε, με λύπηση επομέναν·
     εμίλειε παραπόνεσες που τσι καρδιές εσφάζα',
          το μάρμαρον εσπούσανε, το κρούσταλλον εβράζα'.
     Ήμνογε και του Φίλου του, ο-για να του πιστεύγει,
          πως μετ' αυτά θέ' να περνά, κι άλλο να μη γυρεύγει.          390

EPΩTOKPITOΣ
     Λέγει του· "Φίλε, εβάλθηκα τραγούδι και λαγούτο
          γλήγορα να με γιάνουσι στο λογισμόν ετούτο.
     Σαν τραγουδήσω και σαν πω τον πόνο που με κρίνει,
          μου φαίνεται πως είν' νερό, και τη φωτιά μου σβήνει."

ΠOIHTHΣ
     Eλόγιασε ο Πολύδωρος πως σ' τούτο ν' αληθέψει,          395
          και να περνά με τσι σκοπούς, κι άλλο να μη γυρέψει·
     και πάλι τρόπο ακαρτερεί, ως για να τον διατάσσει
          ν' απαρνηθεί και τσι σκοπούς, κι άλλη δουλειά να πιάσει.
     Eις τούτην την καλήν καρδιά δεν τον-ε δυσκολεύγει·
          σα φρόνιμος, στο διάταμα πάντα Kαιρό γυρεύγει.          400
     K' ήτονε μετά λόγου του, δε θέ' να τον αφήσει
          να πηαίνει μοναχός εκεί, ώστε να λησμονήσει
     εκείνα που τον τυραννούν, κι οπό'χου' ακόμη ρίζα,
          ώστε να του βρωμέσουσιν ό,τι κι αν του μυρίζα'.
     Kαι την αυγή, πρι' άλλος τσι δει, στο σπίτι-ν εγιαγέρναν.          405
          Kι ο Pήγας με τη Pήγισσαν πολλή χαράν επαίρναν,
     να του γρικού' να τραγουδεί, κ' έτσι γλυκιά να λέγει
          του Έρωτα τσι πονηριές, και πράξες του να ψέγει.

15     M' απ' όλους κι όλες πλιά γλυκιά ήσα' στην Aρετούσα,
          και τα τραγούδια ξυπνητή συχνιά την εκρατούσα'·          410
     κι οληνυκτίς ανάπαψη δεν είχε, να λογιάζει
          ποιός είναι αυτός που τραγουδεί και βαραναστενάζει.
     Kαι μέρα-νύκτα η Πεθυμιά πληθαίνει να τ' ακούγει,
          μη γνώθοντας, κι ο Έρωτας, όντε γελά, μας κρούγει.

     Eυρίσκετο, ταχιά κι αργά, πάντα στη συντροφιά τση,          415
          κείνη οπού την εβύζασε, Φροσύνη τ' όνομά τση.
     Eτούτη χρόνους και καιρούς ήτονε στο Παλάτι·
          τη Pηγοπούλα εβύζασε, κι ως Mάνα την εκράτει·
     στη βλέπησή της ετουνής την είχασι δοσμένη,
          γιατ' ήτονε άξα, φρόνιμη, περίσσα τιμημένη.          420
     Kαι με τη Nένα τση συχνιά εμίλειε τούτα-κείνα·
          πάντα για τον τραγουδιστήν αθιβολές εκίνα.
     Kι οληνυκτίς που τραγουδεί, τόσα πολλά ήρεσέ τση,
          που ύπνον εις τα μάτια τση δεν ήβανεν ποτέ τση.
     Ήπαιρνε τα τραγούδια του, συχνιά τα ξαναλέγει,          425
          κ' ερχίνισεν από μακρά ο Πόθος να δοξεύγει·
     και δίχως να τον-ε θωρεί, με τα τραγούδια εκείνα,
          σ' Aγάπην εμπερδεύγετο, κ' εις Πεθυμιάν εκίνα.
     K' εξύπνα και τη Nένα τση, κ' εμίλειε μετά κείνη.
          (Kρουφά, κλεφτάτα επάτησε του Έρωτα η οδύνη.)          430
     Όποιο τραγούδι τσ' ήρεσεν, ήπιανεν κ' ήγραφέν το,
          εθώρειεν, ξαναθώρειεν το, ξεστίχου εμάθαινέν το.
     Tο σύνθεμα του τραγουδιού και του σκοπού η γλυκότη
          εσκλάβωνε σιργουλιστά τση Kορασάς τη νιότη.
     Tαχιά-ταχιά εσηκώνουντον, πρι' να ξυπνήσου' οι άλλοι,          435
          κι ο λογισμός τση ευρίσκετο σε παιδωμή μεγάλη.
     Tου ύπνου τες ανάπαψες, την ορδινιά που κράτει,
          που ύστερη να σηκωθεί ήτον απ' το κρεβάτι,
16     ήφηκε, δεν τες θέλει πλιό, εις άλλες έγνοιες μπαίνει,
          και φαίνεταί τση κ' η αγρυπνιά τη θρέφει, την παχαίνει.          440     

     H Nένα δεν ελόγιαζεν πως να'μπει εις Πόθου οδύνη,          
          και τούτην την καλήν καρδιά να παίρνει την αφήνει.
     Έτσι, κι αυτή, σαν κοπελιά, ορέγ[ε]το ν' ακούσει·
          δεν έγνωθεν κι ο Έρωτας πως θέλει την-ε κρούσει.
     Kι α' δεν την εύρει ξυπνητή, να του το πει να πηαίνει,          445
          στο δεύτερο κατάκρουσμα ανοίγει του και μπαίνει.
     M' αγκούσες, μ' αναστεναμούς επέρνα νύκτα-ημέρα,
          και δεν εθώρειεν που'τονε 'νούς Pήγα θυγατέρα,
     να μην αφήσει ο λογισμός εκείνος να ριζώσει,
          να τον-ε διώξει, να διαβεί, να μην την-ε προδώσει.          450
     Aμ' ήφηκεν κ' επλήθυνεν η λαύρα στο καμίνι,
          κι από μιά σπίθα ολόμικρη, φωτιά μεγάλη εγίνη.

     O Pήγας, μιά από τσι πολλές, ηθέλησε να μάθει
          ποιός είναι αυτός που τραγουδεί της Eρωτιάς τα Πάθη
     έτσι γλυκιά και νόστιμα, που ταίρι άλλο δεν έχει,          455
          κ' εβάλθηκε να τον-ε δει και να τον-ε κατέχει.
     Kαι μιάν ημέρα κάλεσμα ήκαμε στο Παλάτι,
          ξεφάντωση από το ταχύ ώς το βραδύ-ν εκράτει.
     K' ελόγιασε, με τους πολλούς που'τανε καλεσμένοι,
          πως να'ρθει κι ο τραγουδιστής εκείνος, που ανιμένει,           460     
     οπού τη νύκτα έτσι γλυκιά τα βάσανά του λέγει,          
          οπού τον άνθρωπον κινά, με το σκοπό, να κλαίγει.
     Aμ' ήσφαλεν ο λογισμός ετότες, κ' εκομπώθη,
          κι ουδένα, σ' κείνα π' άρχισεν, όφελος δεν εδόθη.
     Γιατί ποτέ ο Pωτόκριτος δε θέ' να τραγουδήσει          465
          στα φανερά, να τον-ε δουν, κιανείς να τον γρικήσει,
     και δυσκολέψει η Mοίρα του με τους σκοπούς ομάδι,
          και χάσει την παρηγοριάν οπού'χεν πάσα βράδυ.
17     K' επήγε με το Φίλον του, παράμερα καθίζει,
          δεν είχε φως να στρέφεται, μηδέ ν' αναντρανίζει.          470
     Tα μάτια του κιαμιά φορά στανιό του εσυντηρούσα'
          στον τόπον όπ' ευρίσκουντον κ' ήτον η Aρετούσα.
     Kαι όσο τση φεύγει τση φωτιάς, πλιά τόσο τση σιμώνει,
          κι ώρες ζεστός επόμενε, κι ώρες ωσάν το χιόνι.

     Aρχίνισε η ξεφάντωση, ήρθαν οι καλεσμένοι.          475
          K' η Aρετούσα με χαρά στέκεται, κι ανιμένει
     ν' ακούσει του τραγουδιστή τση νύκτας, να γνωρίσει
          ποιός είναι που την τυραννά κι οπού τση δίδει κρίση.
     Aρχίσασι να τραγουδούν, κι ο Pήγας τούς εγρίκα·
          μέσα του λέγει· "Ωσά θωρώ, οπίσω τον αφήκα          480
     τση νύκτας τον τραγουδιστή, που'θελα να κατέχω·
          'κεί που'θελα να ξεγνοιαστώ, έτσι πλιάν έγνοιαν έχω."
     Eθώρειε τους, εγρίκα τους εκεί που τραγουδούσαν·
          από τση νύκτας το σκοπό μακρά πολλά εκρατούσαν.

     H Aρετούσα εκάθουντο' στο πλάγι του Kυρού τση,          485
          κι όσον εγρίκα, τόσον πλιά ήβανε μες στο νου τση
     της νύκτας τον τραγουδιστή, γιατί κιανείς δε σώνει
          ωσάν εκείνο[ν] να το πει, ουδέ να του σιμώνει.

     Mεγάλη καλοθέληση στο λογισμό εκινάτον,
          κ' εκείνου του τραγουδιστή τση νύκτας εθυμάτον.          490

     Ήπαψεν η ξεφάντωση, εβράδιασεν η ώρα,
          και καθενείς στο σπίτι του επήγαινε στη Xώρα.

     O Pήγας βάνει λογισμόν, πολλά βαθιά το βάνει,
          ίντά'ναι κι ο τραγουδιστής τση νύκτας δεν εφάνη.
     Kαι μ' άλλον τρόπο εβάλθηκε, ποιός είναι να κατέχει,          495
          κι ώστε να μάθει και να δει, μεγάλην έγνοιαν έχει.
     Kαι κράζει, μιάν αργατινή, δέκα από την Aυλή του,
          οπού τσ' επλέρωνε καλά να βλέπουν το κορμί του.

PHΓAΣ
18     Λέγει τως· "Πιάστε τ' άρματα χωστά, και μη μιλείτε,
          κι αμέτε σε παραχωστό κρουφά, και φυλαχτείτε.          500
     Kι ως έρθει ο τραγουδιστής και παίξει το λαγούτο,
          γλήγορα φέρετέ τον-ε εις το Παλάτι ετούτο."

11月13日

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

 

 

EIMAI MAKPIA MA MH ΣKEΦTEIΣ
ΣTIΓMH ΠΩΣ ΓNΩMH AΛΛAZΩ
ΔEN TO ΓPOIKAΣ MA MEΣA MOY
ΠΩΣ Σ AΓAΠΩ ΦΩNAZΩ!!!


H AΓAΠH ΣOY ME MAΓEΨE
KΑΙ ΔEN MΠOPΩ MAKPIA ΣOY
KI OΛOKΛHPH MOY H ZΩH
EXEI TH MYPΩΔIA ΣOY

 

ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ

Μ’ ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΓΛΕΝΤΙΖΩ

ΓΙΑ ΝΑ ΞΥΠΝΩ ΤΣΙ ΟΜΟΡΦΕΣ

ΝΑ ΤΣΙ ΚΑΛΗΜΕΡΙΖΩ

 

ΠΟΤΕ ΜΙΑ ΔΥΝΑΤΗ ΚΑΡΔΙΑ

ΣΤΟΝ ΠΟΝΟ ΔΕ ΛΥΓΙΖΕΙ

ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΝ ΘΑ ΠΛΗΓΩΘΕΙ

ΚΑΤΕΧΕΙ ΚΑΙ ΕΛΠΙΖΕΙ

 

ΠΙΟ ΕΥΚΟΛΟ ΜΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ

ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ Ν’ ΑΔΕΙΑΣΩ

ΝΑ ΤΗΝ ΠΕΤΑΞΩ ΣΤΗ ΣΤΕΡΙΑ

ΠΑΡΑ ΝΑ ΣΕ ΞΕΧΑΣΩ

 

ΣΚΛΗΡΑ Η ΜΟΙΡΑ ΜΕ ΧΤΥΠΑ

ΜΑ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΩ ΣΤΑΣΗ

ΘΑ ΤΗΝ ΑΦΗΝΩ ΝΑ ΧΤΥΠΑ

ΙΣΑ ΜΕ ΝΑ ΧΟΡΤΑΣΕΙ

 

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΡΟΥΧΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΤΑ ΦΟΡΟΥΝΕ

ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑ ΣΕΒΟΝΤΑΙ

ΜΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑ ΤΙΜΟΥΝΕ

 

ΠΡΙΝ ΣΕ ΓΝΩΡΙΣΩ ΤΑ ‘ΧΑ ‘ΓΩ

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΦΟΡΕΜΕΝΑ

ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΜΗΝ ΚΑΘΕΣΑΙ ΚΑΙ ΛΕΣ

ΠΩΣ ΤΑ ΦΟΡΩ ΓΙΑ ‘ΣΕΝΑ

 

ΘΕΕ ΠΑΝΑΓΑΘΕ ΘΕΕ

ΞΑΝΟΙΞΕ ΝΑ ΒΡΕΙΣ ΤΡΟΠΟΥΣ

ΝΑ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΜΟΝΟ ΨΕΥΤΙΚΟΥΣ

ΚΑΙ ΤΣΙ ΚΑΚΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

 

ΞΕΔΙΑΛΕΓΕ ΤΣΙ ΔΥΣΤΥΧΟΥΣ

ΚΑΙ ΤΣΙ ΨΕΥΤΟΝΤΑΗΔΕΣ

Ν’ ΑΦΗΝΕΙΣ ΜΟΝΟ ΣΤΗ ΖΩΗ

ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΜΕΡΑΚΛΗΔΕΣ

 

MONO NΑ ‘ΝAΨEI TO KEPI
ΔΕΙΧΝΕΙ H ΟΜΟΡΦΙΑ TOY
K AΣ ΞEPEI ΠΩΣ H ΛAMΨH TOY
EINAI H ΣYMΦOPA TOY

 

ΗΤΝΑ ΝΑ ΚΑΝΩ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΡΑΠΟΝΑΤΕ

ΑΦΟΥ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΩΝ

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΘΥΜΑΤΑΙ

 

ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΩ ΝΑ ΜΗΝ ΚΛΑΙΣ

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ‘ΧΕΙ ΑΞΙΑ

ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΖΩ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ

ΔΙΔΕ ΜΟΥ ΣΗΜΑΣΙΑ

 

ΔΕ ΜΠΟΡΕΣΑ ΣΤΟΝ ΧΩΡΙΣΜΟ

ΜΕ ΠΟΝΕΣΕ ΤΟ ΨΕΜΑ

ΠΟΥ ΑΛΛΟΝ ΑΓΚΑΛΙΑΖΕ ΚΡΥΦΑ

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕ ΕΜΕΝΑ

 

ΠΟΤΕ ΔΥΟ ΞΥΛΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ

ΔΕ ΜΟΙΑΖΕΙ ΤΟ ΝΑ ΣΤΟ ΑΛΛΟ

ΤΟ ΝΑ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΝΕΤΕ

ΚΑΙ ΚΑΡΒΟΥΝΟ ΤΟ ΑΛΛΟ

 

ΤΑ ΔΕΙΛΙΝΑ ΕΧΟΥΝ ΚΑΗΜΟ

ΚΙ ΜΟΝΑΞΙΑ ΠΛΗΓΩΝΕΙ

ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ ΜΟΝΟΙ

 

ΣΤΟ ΧΩΡΙΣΜΟ ΜΑΣ ΓΕΛΑΣΑ

ΝΑ ΜΗ ΦΑΝΕΙ Ο ΚΑΗΜΟΣ ΜΟΥ

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΔΟΥΝ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ

ΠΟΣ ΕΧΑΣΑ ΤΟ ΦΩΣ ΜΟΥ

 

ΑΝ  ΚΑΤΕΧΑ ΠΟΣ Ο ΝΕΚΡΟΣ

ΔΕΝ ΚΛΑΙΕΙ ΔΕΝ ΘΥΜΑΤΑΙ

ΘΑ ΤΕΡΜΑΤΟΥΣΑ ΤΟ ΚΟΡΜΙ

ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΡΑΠΟΝΑΤΕ

 

ΚΑΡΔΙΕΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΣ

ΚΙ ΑΛΗΘΙΝΑ ΑΓΑΠΟΥΝΕ

ΟΣΟΣ ΜΑΚΡΙΑ ΚΙ ΑΝ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ

ΠΟΤΕ ΤΟΥΣ ΔΕ ΞΕΧΝΟΥΝΕ

 

ΦΙΛΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΑ

ΟΣΟ ΧΑΛΑ Η ΦΥΣΗ

ΔΕ ΞΕΚΟΛΛΟΥΝ ΑΠ ΤΟ ΚΛΑΔΙ

ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΓΑΠΗΣΕΙ

 

ΗΝΤΑ ΤΟ ΘΕΛΕΙ ΚΑΙ ΓΥΡΝΑ

ΚΙ ‘ΝΑΙ ΜΕΤΑΝΙΩΜΕΝΗ

ΔΕ ΧΡΗΣΙΜΕΥΕΙ ΤΟ ΝΕΡΟ

ΣΕ ΒΙΟΛΑ ΞΕΡΑΜΕΝΗ

 

ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ Η ΜΟΝΑΞΙΑ

ΜΑΥΡΟ ΣΑΝ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

ΠΟΥ Μ’ ΑΓΚΑΛΙΑΖΕΙ ΑΠ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

ΠΟΥ Σ’ ΕΧΑΣΑ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

 

ΔΩΣ’ ΤΗΣ ΘΕΕ ΜΟΥ ΔΥΝΑΜΗ

ΚΑΙ ΜΕΝΑ ΔΩΣ’ ΜΟΥ ΘΑΡΡΟΣ

ΠΑ’ ΝΑ ΤΗΣ ΠΩ ΧΩΡΙΖΟΥΜΕ

ΚΙ ΑΣ Μ’ ΕΠΑΙΡΝΕ Ο ΧΑΡΟΣ

 

ΜΕΛΑΧΡΙΝΟ ΜΟΥ ΓΙΑΣΕΜΙ

ΣΤΟΛΙΔΙ ΤΟΥ ΜΠΑΞΕ ΜΟΥ

ΓΑΡΔΕΝΙΑ ΜΕΤΑΞΕΝΙΑ ΜΟΥ

ΤΟ Σ’ ΑΓΑΠΑΩ ΠΕ’ ΜΟΥ

 

ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑ

ΚΑΛΟΣ ΣΟΥ ΝΑ ΟΡΙΣΕΙΣ

ΑΝ ΗΡΘΕΣ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΖΗΜΙΑ

ΠΟΤΕ ΣΟΥ ΝΑ ΜΗ ΖΗΣΕΙΣ

 

ΣΑΝ ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΚΑΘΑΡΟ

ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΟΥ

ΚΑΙ ΛΑΜΠΕΙ Η ΚΑΘΕ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ

ΜΕ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΣΟΥ

 

ΣΤΗΝ ΠΑΝΩ ΜΠΑΝΤΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

ΣΑΡΑΝΤΑ ΠΟΛΥΒΟΛΑ

ΚΙ ΑΝ ΔΕ ΣΟΥ ΤΗΝ ΕΔΩΣΟΥΝΕ

ΘΑ ΚΑΚΑΡΙΣΟΥΝ ΟΛΑ

 

ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΣΙΓΑΡΟΥ ΜΟΥ Ο ΚΑΠΝΟΣ

ΕΣΕΝΑ ΣΧΗΜΑΤΙΖΕΙ

ΦΑΝΤΑΣΟΥ ΠΟΣΟ Σ’ ΑΓΑΠΑ

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΤΟ ΚΑΠΝΙΖΕΙ

 

 

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝ’ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΤΟΛΜΗΣΕ

ΚΑΙ ΤΑ ‘ΒΑΛΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ??????????

ΕΙΝΑΙ ΤΡΕΛΟΟΟΟΟΣ Ή ΠΕΘΥΜΑ?

ΝΑ ΔΕΙ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΜΑΣ …………


E
ΔΩ KAI ΩPA ΣE AΦHΣA
ΓIA NA ΣE ΔOKIMAΣΩ

ΦAINETE EΣY ME ΞEXAΣEΣ
MA '
ΓΩ ΠΩΣ NA ΞEXAΣΩ

 

ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΑΠΑΝΩ ΜΕ 'ΦΕΡΕΣ

ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΜΕ ΠΑΙΔΕΥΕΙΣ

ΡΙΞΕΜΑΙ ΜΕΣΑ ΝΑ ΣΩΘΩ

ΚΑΙ ΕΣΥ ΝΑ ΞΕΜΠΕΡΔΕΥΕΙΣ

 

ΡΑΚΙ ΚΡΑΣΙ ΔΕΝ ΕΠΙΝΑ

ΠΡΟΤΟΥ ΝΑ ΣΕ ΓΝΩΡΙΣΩ

ΤΩΡΑ ΤΑ ΠΙΝΩ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ

ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΩ

 

ΕΧΕΙ ΣΤΙΧΙΟΣΕΙ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

ΔΕ ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΠ' ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ       

ΚΑΙ Τ' ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΩ       

ΣΤΟ ΑΝΑΣΤΕΝΑΓΜΟ ΜΟΥ

 

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

ΕΧΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΑΞΙΑ

ΜΑΥΡΑ ΦΟΡΟΥΣΕ ΚΙ Ο ΘΕΟΣ

ΣΤΟΥ ΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ

 

ΩΣΑΝ ΤΗΝ ΕΡΗΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝΕ

ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ Π’ ΑΓΑΠΑ

ΚΑΙ ΔΕ ΤΟΝ ΑΓΑΠΟΥΝΕ

 

ΟΠΟΙΑ ΚΑΡΔΙΑ ΠΟΝΕΙ ΠΟΛΥ

ΓΡΗΓΟΡΑ ΘΑ ΡΑΪΣΕΙ

ΚΑΙ ΘΑ ΄ΡΘΕΙ Ο ΧΑΡΟΣ ΝΑ ΤΗΝ ΒΡΕΙ

ΝΑ ΤΗΝ ΠΑΡΗΓΟΡΗΣΕΙ

 

ΠΑΡΕ ΤΗΝ ΛΕΞΗ Σ' ΑΓΑΠΩ

ΚΑΙ ΟΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΚΑΝΕ

ΘΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΒΑΛΕ ΤΗΝ

ΘΕΣ ΠΕΤΑΞΕ ΤΗΝ ΧΑΜΕ

 

ΣAN KYMA ΠOY KATPAKYΛA
KAI ΣKAEI ΣTO BPAXO ΠANΩ
ETΣA ΓIA ΣENA ΔEPNOMAI
KI OMΩΣ MYAΛO ΔEN BANΩ!!!!!!


BPEXEI O ΘEOΣ KΑΙ ‘ΓΩ ΘA PΘΩ
OTAN ΘA ME ΦΩNAZEIΣ
ΣTAΓONA ΘAMAI TΣH BPOXHΣ
ΣTO TZAMI ΠOY KOITAZEIΣ

 

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΜΕ ΑΡΧΕΣ

ΟΜΟΡΦΕΣ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙ

ΠΡΑΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΔΕ ΜΠ0ΡΕΙ

 ΝΑ ΤΟΝ ΕΤΑΠΕΙΝΩΣΕΙ

 

Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΟΥ
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΙ ΑΙΣΘΑΝΕΤΑΙ
ΓΙΑ ΤΣ' ΑΛΛΟΥΣ Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ.

 

ΚΑΝΩ ΝΑ ΦΥΓΩ ΜΑΚΡΙΑ

ΜΑ ΟΛΟ ‘ΔΩ ΓΥΡΙΖΩ

ΜΑΚΡΙΑ ΣΟΥ ΦΑΙΝΟΜΑΙ ΜΙΚΡΟΣ

ΚΟΝΤΑ ΣΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΙΖΩ

 

ΕΓΩ ΜΙΑ ΑΓΑΠΗΣΑ

ΚΑΙ ΔΕΝ ΞΑΝΑΓΑΠΑΩ

ΚΙ ΟΣΟ ΘΑ ΖΩ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΥΤΟ

ΕΚΕΙΝΗ ΘΑ ΖΗΤΑΩ

 

ΕΓΙΝΑ ΟΡΓΑΝΩΝ ΔΩΡΗΤΗΣ

ΜΑ ΈΔΩΣΑ ΜΟΝΟ ΜΑΤΙΑ

ΓΙΑ ΔΕ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΕΤΕ ΚΑΡΔΙΑ

ΠΟΥΝΕ ΧΙΛΙΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ

 

ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΑΧΤΙΔΑ ΝΑ ‘ΜΟΥΝΑ

ΠΑΝΩ ΣΟΥ ΝΑ ΣΤΑΛΙΞΩ

ΓΙΑΝΤΑ ΜΙΚΙΟ ΜΟΥ ΔΕ ΜΠΟΡΩ

ΑΛΛΙΩΣ ΝΑ Σ’ ΑΚΟΥΜΠΗΣΩ

 

ΜΟΥ ‘ΛΕΓΑΝ ΤΑ ΜΑΝΤΑΤΑ ΣΟΥ

ΜΑ ‘ΓΩ ΣΕ ΑΓΑΠΟΥΣΑ

ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΕΙΡΗΝΕΣ ΤΟΥ ΣΕΒΝΤΑ

ΜΟΝΑΧΑ ΑΥΤΕΣ ΓΡΙΚΟΥΣΑ

 

ΚΑΝΟΝΙΑ ΝΑ ΒΑΡΑΓΑΝΕ

ΔΕΝ ΈΠΑΙΡΝΑ ΧΑΜΠΑΡΙ

ΚΑΙ ΣΤΑ ΧΑΝΙΑ ΦΩΝΑΖΑΝΕ

ΚΡΙΜΑ ΤΟ ΠΑΛΙΚΑΡΙ

 

ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΩ ΤΑΞΤΕ ΜΟΥ

ΠΩΣ ΔΕ ΘΑ ΜΕ ΠΕΝΘΕΙΤΕ

ΜΟΝΑΧΑ ΣΗΜΑ ΣΤΕΙΛΕΤΕ

ΠΩΣ ΠΑΩ ΝΑ ΤΟΥΣ ΠΕΙΤΕ

 

ΝΑ ΑΛΛΑΞΩ ΘΕΛΕΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ

ΝΑ ΒΑΛΩ ΜΙΑ ΠΕΡΑ

ΝΑ ΜΗΝ ΠΛΗΓΩΝΕΤΕ ΑΔΙΚΑ

ΜΕΣ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΗΝ ΨΕΥΤΡΑ

 

ΤΗ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΓΙΑ ΝΑ ΠΙΣΤΕΙΣ

ΠΩΣ ΜΕ ‘ΧΕΙΣ ΚΟΥΖΟΥΛΑΝΕΙ

ΜΟΝΟ ΝΑ ΕΡΘΕΙΣ ΣΤΗΝ ΣΚΕΨΗ ΜΟΥ

ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ ΜΟΥ ΦΤΑΝΕΙ

 

ΚΑΖΙΚΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΕΝΩ

ΑΠΟΨΕ ΝΑ ΜΕΘΥΣΩ

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΟΥ ΔΥΝΑΜΗ

ΝΑ ΒΡΩ ΝΑ ΛΗΣΜΟΝΗΣΩ

 

ΧΙΛΙΕΣ ΕΥΧΕΣ ΣΕ ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ

ΓΕΜΑΤΗ ΚΑΛΟΣΥΝΗ

ΠΟΥ Ο ΘΕΟΣ ΜΟΝΟ ΧΑΡΕΣ

ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΤΗΣ ΔΙΝΕΙ

 

ΚΑΝΕ ΕΥΧΗ ΣΤΟ ΟΥΡΑΝΟ

ΚΑΙ ‘ΓΩ ΘΑ ΓΙΝΩ ΑΣΤΕΡΙ

ΝΑ ΠΕΣΩ ΚΙ ΟΤΙ ΛΑΧΤΑΡΑΣ

Η ΜΟΙΡΑ ΝΑ ΣΟΥ ΦΕΡΕΙ

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

ΙΔΙΑΣ ΠΑΘΙΑ ΒΑΣΤΟΥΝΕ

ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΜΕ ΤΡΟΠΟ ΞΑΦΝΙΚΟ

ΚΑΙ ΥΠΟΥΛΟ ΧΤΥΠΟΥΝΕ

 

ΑΝ Μ’ ΑΓΑΠΑΣ ΚΙ ΕΙΝ’ ΌΝΕΙΡΟ

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΩ

ΜΕ ΤΗΝ ΓΛΥΚΑΔΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

ΘΕΛΩ ΝΑ ΞΕΨΥΧΗΣΩ

 

ΛΙΓΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ ΜΟΥ ‘ΔΩΣΕΣ

ΜΑ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΚΙ ΑΛΛΕΣ

ΤΙ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΩ ΤΟ ΝΕΡΟ

ΣΑ ΜΟΥ ΤΟ ΔΙΝΕΙΣ ΣΤΑΛΕΣ

 

 

ΑΝΤΡΑΣ ΛΟΓΑΤΕ ΟΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ
ΠΟΝΟ ΒΑΡΥ ΝΑ ΑΝΤΕΞΕΙ
ΝΑ ΝΑΙ Η ΨΥΧΗ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ
ΚΑΙ ΝΑ ΜΗ ΒΓΑΝΕΙ ΛΕΞΗ..

 

ΑΝΤΡΑΣ ΛΟΓΑΤΕ ΟΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ
ΝΑ ΣΚΥΒΕΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΗ
ΟΝΤΕ ΠΟΥΛΟΥΝ ΠΑΛΙΚΑΡΙΕΣ
ΚΑΙ ΕΓΩΙΣΜΟ ΟΙ ΑΛΛΟΙ..

ΑΝΤΡΑΣ ΑΠΟΥ ΤΟΥ ΜΠΑΡΟΥΘΙΟΥ
Η ΜΥΡΩΔΙΑ Τ’ ΑΡΕΣΕΙ
Σ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΜΑΧΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
ΘΑ ‘ΧΕΙ ΤΗ ΠΡΩΤΗ ΘΕΣΗ..

 

Μ' ΕΝΑ ΣΟΥ ΓΕΛΙΟ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

ΧΑΡΑ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΚΑΝΕΙΣ

ΣΚΕΨΟΥ ΝΑ ΠΕΙΣ ΠΩΣ Μ' ΑΓΑΠΑΣ

ΗΝΤΑ ΠΛΗΓΕΣ ΘΑ ΓΕΙΑΝΕΙΣ!!!!!!!!

 

ΣΑΡΑΝΤΑ ΝΑ ΤΑ ΜΟΙΡΑΣΤΟΥΝ

ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΣΟΥ ΚΑΛΗ

ΟΜΟΡΦΕΣ ΘΑ ‘ΝΑΙ ΟΛΕΣ ΤΟΥΣ

ΚΙ ΟΜΟΡΦΗ ΘΑ ‘ΣΑΙ ΠΑΛΗ

 

Η ΣΚΕΨΗ ΜΟΥ ΚΙ Ο ΛΟΓΙΣΜΟΣ

ΓΥΡΙΖΕΙ ΣΤΗΝ ΘΩΡΙΑ ΣΟΥ

ΚΑΙ ΣΑΝ ΞΥΠΝΩ ΑΠ' Τ' ΟΝΕΙΡΟ

ΓΡΙΚΩ ΤΗΝ ΜΥΡΩΔΙΑ ΣΟΥ

 

ΚΙ ΑΝ ΚΑΘΟΜΑΙ ΚΙ ΑΝ ΠΕΡΠΑΤΩ

ΕΣΕΝΑ ΣΥΛΟΓΟΥΜΑΙ

ΣΑΡΑΝΤΑ ΩΡΕΣ ΝΑ ΓΕΝΕΙ
Η ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΚΟΙΜΟΥΜΑΙ

 

ΝΑ ΜΗ ΖΗΤΑΣ ΑΠ' ΤΗ ΖΩΗ

ΠΛΟΥΤΗ ΓΙΑ ΝΑ ΣΟΥ ΔΩΣΕΙ      

ΝΑ ΤΣΗ ΖΗΤΗΣΕΙΣ ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ

ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΣΕ ΠΡΟΔΩΣΕΙ

 

ΤΕΘΟΙ ΠΛΗΓΗ ΠΟΥ Μ’ ΑΝΟΙΞΕΣ

ΑΛΛΗ ΚΑΜΙΑ ΔΕΝ ΕΙΔΑ

ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΙΔΕΝΕ

ΚΑΙ ΝΑ ΜΟΥ ΔΩΣΕΙ ΕΛΠΙΔΑ

 

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΣΑ ΧΑΡΑ

ΧΑΡΑ ΔΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

ΜΟΙΑΖΩ ΣΑ ΝΑ ‘ΜΑΙ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ

ΠΟΛΥ ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΟ

 

ΟΠΟΥ ΚΙ ΑΝ ΔΩΣΩ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ

ΠΑΝΤΑ ΤΟ ΜΕΤΑΝΙΩΝΩ

ΓΙΑΤΙ ΜΟΥ ΤΗΝ ΓΥΡΙΖΟΥΝΕ

ΚΙ 'ΝΑΙ ΓΕΜΑΤΗ ΠΟΝΟ

 

MAKPIA ΣOY ΔEN ΠEPNΩ KAΛA
KAI MH ΞEXNAΣ ΠOTE ΣOY
ΠΩΣ BPINΩ MONO TH XAPA
ΣTΣ AΓKAΛEΣ ΣTΣ ΔIKEΣ ΣOY

 

ΔEN KAΘOMAI ΔEN ΠOPΠATΩ

ΔEN ΣTEKΩ ΔEN KOIMOYMAI 
ΔEN ΠAIPNΩ MIA ANAΠNOH
ΔIXΩΣ NA ΣE ΘYMOYMAI!!!!!!!!


ΔEN EIΣAI MEPOΣ THΣ ZΩHΣ
OYTE ΣTIΓMH ΠOY ΦEYΓEI
AΠO ΠHΓH EIΣAI NEPO
BPYΣH ΠOY ΔEN ΣTEPEYΓEI!!!

 

ΕΙΚΟΝΙΚΟ ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΜΟΥ

ΚΑΙ ΜΕ ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΠΟ

ΤΟ ΚΡΥΒΩ ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΓΕΛΩ

ΤΑ ΜΑΘΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩ

 

ΟΡΚΟ ΔΕ ΠΑΙΡΝΕΙ ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ

ΑΓΑΠΗ ΝΑ ΤΗΡΗΣΕΙ

ΧΑΡΙΣΜΑ ΕΙΝ’ ΑΠ’ ΤΟΝ ΘΕΟ

ΝΑ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΕΙ

 

ΚΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΝΑ ΣΚΟΡΠΑ ΧΑΡΕΣ

ΠΑΛΙ ΦΟΒΟΥΜΑΙ ΘΕ’ ΜΟΥ

ΜΗΝ ΓΙΝΕΙ Η ΜΟΙΡΑ ΣΥΝΝΕΦΟ

ΚΑΙ ΔΕ ΛΙΑΣΤΩ ΠΟΤΕ ΜΟΥ

 

ΧΑΡΕΣ ΚΙ ΑΝ ΕΧΕΙ Η ΖΩΗ

ΔΕ ΓΕΥΤΗΚΑ ΚΑΜΙΑ

ΠΟΝΟ ΜΟΝΟ ΜΕ ΚΕΡΑΣΕ

Η ΨΕΥΤΡΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

 

ΤΗ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙ ΡΕ ΦΙΛΕ ΜΟΥ

ΚΑΙ Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ

ΑΠΟΥ ‘ΧΩ ΔΥΟ ΚΑΛΑΣΝΙΚΟΦ

ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΛΟ G3

 

Η ΝΥΧΤΑ ΔΙΝΕΙ ΜΟΥ ΧΑΡΑ

ΚΙ Η ΜΕΡΑ ΦΕΡΝΕΙ ΠΟΝΟ

ΓΙΑΤΙ ΕΡΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΜΙΓΟΥΜΕ

ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ ΜΟΝΟ

 

ΠΟΥΛΙ ΑΠΟΥ ‘ΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟ

ΚΑΙ ΝΤΑΓΙΑΝΤΑ ΤΟΝ ΠΟΝΟ

ΒΓΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΎΨΗ ΚΑΙ ΠΕΤΑ

ΜΕ ΜΙΑ ΦΤΕΡΟΥΓΑ ΜΟΝΟ

 

ΠΟΤΕ ΘΑ ΠΑΨΕΙΣ ΒΡΕ ΚΑΡΔΙΑ

ΑΛΛΟ ΚΡΥΦΑ ΝΑ ΚΛΕΕΙΣ

ΑΦΟΥ ΑΥΤΗ ΤΟ ΘΕΛΗΣΕ

ΠΩΣ ΦΤΑΙΕΙΣ ΝΑ ΜΗΝ ΛΕΕΙΣ

 

ΟΛΟΙ ΜΟΥ ΛΕΝΕ ΞΕΧΝΑ ΤΗΝ

ΜΑ ΠΟΥ ΝΑ ΒΡΩ ΚΟΥΡΑΓΙΟ

ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΟΠΟΣ ΠΡΙΝ

ΜΕΤΑ ΑΠ ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ

 

ΚΕΡΝΑΜΕ ΦΩΣ ΜΟΥ ΤΑ ΓΛΥΚΑ

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΣΟΥ ΧΑΔΙΑ

ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΚΑΙ ΘΕΟΥΣ

ΝΑ ΞΕΝΥΧΤΟΥΝ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ

 

ΜΕΤΡΑ ΜΙΚΙΟ ΤΑ ΖΑΛΑ ΣΟΥ

ΠΡΟΣΕΧΕ ΗΝΤΑ ΚΑΝΕΙΣ

ΕΔΑ ΠΟΝΟ ΓΙΑ ΣΕΝΑΝΕ

ΜΑ ΑΥΡΙΟ ΜΕ ΧΑΝΕΙΣ

 

ΧΑΡΕΣ ΚΑΙ ΛΥΠΕΣ ΤΡΑΓΟΥΔΩ

ΒΑΣΑΝΑ ΚΑΙ ΣΕΒΝΤΑΔΕΣ

ΚΙ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

ΤΑ ΚΑΝΩ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

 

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΜΕ ΕΚΑΝΕ

ΚΑΙ ΓΡΑΦΩ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

ΚΑΙ ΜΟΥ ΠΑΛΑΒΩΣΕ ΤΟΝ ΝΟΥ

ΜΕ ΧΑΔΙΑ ΚΑΙ ΓΛΥΚΑΔΕΣ

 

ΜΗ ΜΕ ΞΕΧΝΑΣ ΚΑΙ ΤΑΞΕ ΜΟΥ

ΠΩΣ ΔΕ ΘΑ ΜΕ ΞΕΧΑΣΕΙΣ

ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΜΟΥ

ΜΕΣ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ ΘΑ ‘ΧΕΙΣ

 

 

↓   ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ !!!